Η αρχή σε αυτό το «Σαν Σήμερα» θα είναι λίγο... ανάποδη. Θα ξεκινήσει σχεδόν από το τέλος. Και υπάρχει λόγος.
Τον Φεβρουάριο του 1999, ο Άκης Πάνου βρίσκεται ακόμα έγκλειστος στις φυλακές Κορυδαλλού. Η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται ραγδαία. Έτσι αποφασίζεται η μεταγωγή του στο Γενικό Κρατικό της Νίκαιας προκειμένου να κάνει τις απαραίτητες εξετάσεις. Τον συνοδεύουν δύο αστυνομικοί και ένας γιατρός.
Όταν τελείωσε τις εξετάσεις και ξεκίνησε η επιστροφή στις φυλακές έγινε κάτι εκπληκτικό. Δύο – τρία στενά μακριά από τις φυλακές, στο κουτούκι του «Κουμπούρα», βρισκόταν ο Στέλιος Καζαντζίδης. Εκεί ήταν το στέκι του.
Οι αστυνομικοί και ο γιατρός είχαν αποφασίσει να κάνουν ένα τελευταίο δώρο στους δύο «γίγαντες» του λαϊκού τραγουδιού. Σταμάτησαν και μπήκαν μέσα στο κουτούκι μαζί με τον Πάνου. Όταν Καζαντζίδης και Πάνου είδαν ο ένας τον άλλον αγκαλιάστηκαν και δάκρυσαν ο ένας στον ώμο του άλλου.
«Η ζωή μου όλη είναι ένα τσιγάρο, που δεν το γουστάρω και όμως το φουμάρω» είχε γράψει ο Άκης Πάνου και είχε τραγουδήσει ο Στέλιος Καζαντζίδης. Οι δυο τους έκατσαν σε ένα τραπέζι και μίλησαν για το φονικό της 1ης Αυγούστου του 1997. «Εγώ άνδρας γεννήθηκα, άνδρας θα πεθάνω», είπε ο Άκης στον Στέλιο.
Όταν η εξομολόγηση τελείωσε, το γλέντι στήθηκε. Το κρασί έρεε άφθονο και οι δύο φίλοι έκαναν σχέδια για το μέλλον. Ο Άκης Πάνου υποσχέθηκε στον Στέλιο Καζαντζίδη πως θα του δώσει όλα τα τραγούδια που έγραψε όσο ήταν στη φυλακή.
Δύο ή τρεις φίλοι, ο γιατρός και οι δύο αστυνομικοί ήταν στο ίδιο τραπέζι με τον Πάνου και τον Καζαντζίδη. Μέσα στη χαρά της στιγμής ο Άκης Πάνου θέλησε να κάνει χιούμορ. «Ρε συ, Στέλιο, έχω ένα πρόβλημα, με τι καρδιά θα τους γυρίσω αυτούς τους δύο πάλι μέσα» είπε και έδειξε τους αστυνομικούς.
Έτσι ολοκληρώθηκε εκείνο το τελευταίο, μυστικό γλέντι. Μερικούς μήνες αργότερα, τόσο ο Άκης Πάνου όσο και ο Στέλιος Καζαντζίδης, είχαν φύγει από τη ζωή.
«Του θολωμένου μου μυαλού, τους εφιάλτες τραγουδώ»
Ο Αθανάσιος-Δημήτριος Πάνου, όπως ήταν το πλήρες όνομά του, γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου του 1933 στα Πατήσια. Παιδί μιας πολύτεκνης και φτωχής οικογένειας είχε ακόμα δυο αδερφούς και μια αδερφή. Ο πατέρας του, Στέφανος Πάνος, ήταν υπεύθυνος για τον επισιτισμό της βασιλικής φρουράς.
Στα παιδικά του χρόνια γνώρισε τη φρίκη του πολέμου και τις δυσκολίες της κατοχής. Τότε ήταν που η οικογένεια μετακόμισε στην Καλλιθέα. Εκεί ο Άκης Πάνου τελείωσε το δημοτικό και μετά έφυγε από το σχολείο διότι έπρεπε να βγει στη βιοπάλη, κάνοντας πολλές και διάφορες δουλειές προκειμένου να βοηθά την οικογένεια του. Πουλούσε στις γειτονιές τσιγάρα και κουλούρια, εργάστηκε σε εργοστάσιο βερνικιών και αργότερα δούλεψε βοηθός μηχανικού και εργάτης λιθογραφείου.
Τα πρώτα του βήματα τα έκανε με τη βοήθεια του αδερφού του, του Βαγγέλη. Οι δυο τους μάθαιναν μουσική πάνω σε μια παλιά κλασική κιθάρα. Το 1948, ωστόσο, ο Άκης Πάνου δέχθηκε το πρώτο μεγάλο χαστούκι στη ζωή του. Ο αδερφός του, σε ηλικία μόλις 17 ετών, σκοτώθηκε από ένα διερχόμενο τραμ.
Στα 13 του χρόνια ο Άκης Πάνου βρέθηκε να παίζει και να τραγουδά τα Σαββατοκύριακα πλάι στον Γιάννη Σταματίου, τον «Σπόρο» του ρεμπέτικου τραγουδιού, στην ταβέρνα του Συλιβάνη στο Κουκάκι. Από εκεί ξεκίνησε η μεγάλη πορεία. Ταυτόχρονα, ωστόσο, ο Πάνου έφτιαχνε και μπουζούκια. Ήταν ο πρώτος, μάλιστα, που έβαζε πάνω στα όργανα παραστάσεις και όχι λουλούδια ή αστέρια που είχαν μέχρι τότε.
Το 1958 έγινε κάτι, ωστόσο, που άλλαξε τη ζωή του Άκη Πάνου. Φτιάχνοντας ένα μπουζούκι, με έναν αδέξιο χειρισμό, του έφυγε το σκαρπέλο και τον χτύπησε άσχημα με αποτέλεσμα να υποστούν τεράστια ζημιά οι τένοντες του χεριού του. Τότε τελείωσε η καριέρα του στη νύχτα. Άρχισε, όμως, μια άλλη που θα τον έβαζε στο πάνθεον του λαϊκού τραγουδιού. Η καριέρα του συνθέτη και του τραγουδοποιού!
Ο Άκης Πάνου έγραψε και έδωσε σε διάφορους καλλιτέχνες περισσότερα από 200 τραγούδια. Ο ίδιος έλεγε πως «έγραψα 200 τραγούδια και ο κόσμος ξέρει 201»! Όπως λένε φίλοι του, ο Άκης Πάνου είχε γράψει ακόμα πάνω από 800 τραγούδια τα οποία, ωστόσο, έμειναν στο συρτάρι του.
Το πρώτο του τραγούδι στη δισκογραφία ήταν «Το παιδί που απόψε πίνει» (το 1958), σε στίχους του Χρήστου Κολοκοτρώνη, το οποίο τραγούδησε η Καίτη Γκρέυ. Αυτό, είναι ένα από τα λίγα του τραγούδια που δεν έγιναν επιτυχία.
Το 1967 γράφει το «Θα κλείσω τα μάτια» με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τη Χαρούλα Λαμπράκη. Ο συγκεκριμένος δίσκος θα περάσει από χίλια κύματα καθώς μετά από 15 ημέρες κυκλοφορίας κόβεται από τη λογοκρισία της χούντας και χρειάστηκε να περάσουν τρία χρόνια προκειμένου να κυκλοφορήσει και πάλι. Αυτή η κυκλοφορία, ωστόσο, ήταν η αφορμή για την καλλιτεχνική εκτόξευση του Πάνου. Από εκεί και πέρα ό,τι έγραφε γινόταν μεγάλη επιτυχία.
Άκη Πάνου τραγουδάνε σχεδόν όλα τα μεγάλα ονόματα του λαϊκού τραγουδιού. Το 1973 γράφει το «Η ζωή μου όλη» για τον Στέλιο Καζαντζίδη και μαζί γράφουν ιστορία. Το 1976 δημιουργεί τον «τρελό» που τραγουδάει ο Μανώλης Μητσιάς και η επιτυχία δεν έχει προηγούμενο. Έχει, όμως… επόμενο καθώς το 1982 γράφει το δίσκο «Θέλω να τα πω», στον οποίο περιλαμβάνεται το «Εφτά νομά σ’ ένα δωμά», όπου τραγουδάει ο Γιώργος Νταλάρας και, πλέον, ολόκληρη η Ελλάδα χορεύει στους ρυθμούς του Άκη Πάνου.
«Δε μετανόησα γιατί δεν εννόησα»!
Ο Άκης Πάνου ήταν ένας τεράστιος μουσικός. Αυτό δεν το αμφισβητούν, ούτε αυτοί που δεν ακούνε το συγκεκριμένο είδος μουσικής. Αυτό που επίσης δεν αμφισβητεί κανείς είναι πως ο Πάνου ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος με έναν κώδικα τιμής που δεν μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητός.
Ο μεγάλος αυτός μουσικοσυνθέτης ήταν ένας σκληρός άνθρωπος που επιδίωκε από τους γύρω του στρατιωτική πειθαρχία. Είναι χαρακτηριστικό πως δε μίλησε ποτέ στον ενικό στους γονείς του και απαιτούσε από τα παιδιά του να του μιλάνε στον πληθυντικό.
Είναι ο άνθρωπος που άφησε την πρώτη του γυναίκα (παρά το γεγονός ότι ήταν η μεγάλη του και παντοτινή αγάπη) για να παντρευτεί μια άλλη προκειμένου να μπορέσει να κάνει παιδιά που τόσο πολύ ήθελε. Και τελικά έκανε. Τέσσερα, συνολικά. Το πρώτο από αυτά ήταν η Ελευθερία στην οποία είχε παθολογική αγάπη.
Η Ελευθερία σε μικρή ηλικία αγάπησε τον Σωτήρη Γιαλαμά, έναν μεγαλύτερο άνδρα που ήταν ήδη παντρεμένος. Ο Άκης Πάνου δεν ενέκρινε ποτέ αυτόν τον έρωτα και η Ελευθερία έφυγε από το σπίτι. Ο μουσικοσυνθέτης είχε βγει τότε στην τηλεόραση και είχε κάνει έκκληση σε όποιον γνωρίζει πού είναι η κόρη του να του δώσει πληροφορίες. Άφησε μάλιστα να εννοηθεί πως η Ελευθερία δεν είχε φύγει μόνη της αλλά είχε απαχθεί από τον Γιαλαμά.
Η 19χρονη Ελευθερία εμφανίζεται και δηλώνει πως έφυγε με τη θέλησή της για να είναι με τον άνθρωπο που αγαπάει. Αργότερα τηλεοπτική εμφάνιση (με γυρισμένη την πλάτη) κάνει και ο 30χρονος Γιαλαμάς για να απαντήσει στις κατηγορίες του Πάνου. Όλη η Ελλάδα μαθαίνει για τα… οικογενειακά του Άκη Πάνου και αυτό ο εγωισμός του δεν μπορεί να το σηκώσει. Θεωρεί πως τον έχουν προσβάλει και αποφασίζει να απομονωθεί στο σπίτι του στην Ξάνθη.
Εκεί την 1η Αυγούστου 1997 θα γίνει το κακό. Ο Γιαλαμάς θεωρεί πως μπορεί να τα βρει με τον Πάνου και πάει μέχρι εκεί για να μιλήσουν. Η συνάντηση, ωστόσο, έχει τραγική κατάληξη. Ο Πάνου θεωρεί εμπαιγμό το ότι ο «αγαπητικός» της κόρης του πήγε να τον βρει και με ένα παλιό 45άρι που είχε στην κατοχή του, τον απειλεί και απαιτεί να φύγει.
Ο Πάνου, σύμφωνα με τη δικογραφία που είχε τότε σχηματιστεί, πυροβολεί, μάλιστα, δυο φορές στον αέρα την ώρα που ο Γιαλαμάς κατεβαίνει τις σκάλες για να φύγει. Σταματάει, ωστόσο, γυρνάει και αρχίζει να ανεβαίνει και πάλι τις σκάλες. Η τρίτη σφαίρα από το όπλο του Πάνου, καρφώνεται στο πρόσωπό του.
Ο Πάνου συλλαμβάνεται και στο δικαστήριο θα πει πως δεν είχε πρόθεση να σκοτώσει τον Γιαλαμά. Δε θα τον σκότωνε αν δεν άρχιζε πάλι να ανεβαίνει τις σκάλες, όπως είχε πει, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής. Η σφαίρα θα έφευγε στον αέρα.
Το δικαστήριο, τον Μάρτιο του 1998, τον καταδικάζει σε ισόβια για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Δεν του αναγνωρίστηκε κανένα ελαφρυντικό. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου είπε πως δεν πρόσφερε στα πολιτιστικά πράγματα της χώρας άλλα στα καλλιτεχνικά και αυτό δεν μπορεί να είναι ελαφρυντικό.
Δεν του αναγνωρίστηκε, επίσης, το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, διότι όπως είχε πει ο πρόεδρος είχε στην κατοχή του όπλα και επειδή, χωρίς να χωρίσει την πρώτη του γυναίκα, είχε κάνει οικογένεια με μια άλλη.
Τότε είχε ακουστεί πως δεν ήταν ο Πάνου ο δολοφόνος του Γιαλαμά. Η αδερφή του μουσικοσυνθέτη, μάλιστα, είχε πει πως ο αδερφός της δε θα μπορούσε να πυροβολήσει εξαιτίας του προβλήματος με τους τένοντες που είχε στο χέρι του καθώς δυο από τα δάχτυλά του ήταν μη λειτουργικά.
Λίγο μετά την πρώτη δίκη, ο Πάνου μαθαίνει πως πάσχει από καρκίνο σε τελικό στάδιο, ενώ η κόρη του φέρνει στη ζωή το παιδί του Γιαλαμά. Όταν του ανακοινώθηκε πως έχει λίγους μήνες μόνο ζωής ακόμα είχε πει τη διφορούμενη έκφραση: «την έκανα λαχείο»!
Τον Απρίλη του 1999, λίγο καιρό μετά από εκείνη τη μυστική συνάντηση με τον Καζαντίδη, βγαίνει από τη φυλακή εξαιτίας της ανήκεστου βλάβης της υγείας του και λίγους μήνες αργότερα, πριν ξεκινήσει η δίκη του σε δεύτερο βαθμό, φεύγει από τη ζωή νικημένος από τον καρκίνο.
- Tελικά πόσο κόστισε και πόσα έβγαλε ο «Καποδίστριας»;
- Δύο κύματα κακοκαιρίας έρχονται στην Αττική: Πότε θα επηρεαστεί με ισχυρές βροχές και καταιγίδες
- Γκρεγκ Μποβίνο: Καρατομήθηκε ο «νοσταλγός της Γκεστάπο» από διοικητής της ICE, κατ' εντολή Τραμπ
- Ελένη Βουλγαράκη: Τέλος από το πλευρό του Φάνη Λαμπρόπουλου στο ραδιόφωνο
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.