Ο ελληνικός κινηματογράφος των παλαιότερων εποχών έχει ένα μοναδικό χαρακτηριστικό: ανέδειξε μια γενιά ηθοποιών που μέχρι και σήμερα, τόσα χρόνια μετά το πέρασμά τους, μας κάνουν ακόμα να γελάμε. Οι άνθρωποι που σημάδεψαν με την παρουσία τους στα θέατρα και τους κινηματογράφους την εθνική μας ζωή είχαν ιδιαίτερα ταλέντα. Ένα τέτοιο ταλέντο ήρθε στη ζωή την Πρωτοχρονιά του 1904 και με το δικό του πέρασμα μπήκε στο πάνθεον των Ελλήνων ηθοποιών.
Η γέννηση ενός ταλέντου μέσα στις δυσκολίες
Ο Βασίλης Αυλωνίτης γεννήθηκε και μεγάλωσε στη γειτονιά της Βλασσαρούς στο Θησείο, χωμένος μέσα στα στενά σοκάκια αυτής της ιστορικής περιοχής μιας Αθήνας που δεν υπάρχει πια. Οι δυσκολίες τον βρήκαν από μικρή ηλικία. Ο πατέρας του εγκατέλειψε την οικογένεια και γι’ αυτό ο μικρός Βασίλης βγήκε από νωρίς στο μεροκάματο για να μπορέσει να βοηθήσει τη μητέρα του.
Εργάστηκε σε διάφορες μικρές βιοτεχνίες, πότε φτιάχνοντας τσάντες και άλλοτε πορτοφόλια. Ήδη από αυτή την ηλικία, το ταλέντο του έβγαινε μπροστά. Για να διασκεδάζει τους συναδέλφους του, δοκίμαζε τσάντες ή καπέλα και έκανε μικρά σκετσάκια. Ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης τον ανακάλυψε και έγινε έξαλλος. Τον άρπαξε από το αυτί και τον έσυρε στη μητέρα του για να παραπονεθεί ότι του χαλάει τη δουλειά.
Το 1924, ξεκίνησε να δουλεύει ως βοηθός σκηνογράφου στο θέατρο «Έντεν» στο Θησείο. Υπάρχει η φήμη που αγγίζει τα όρια του θρύλου πως οι συνάδελφοί του τον έσπρωξαν στη σκηνή την ώρα της παράστασης για να τον φέρουν σε δύσκολη θέση.
Εκείνος όμως, κάνοντας τις μοναδικές του γκριμάτσες κατάφερε να κάνει το κοινό να ξεκαρδιστεί. Η άλλη εκδοχή αναφέρει πως πρωτοεμφανίστηκε τότε ως ηθοποιός και είχε ιδιαίτερη δυσκολία με τα λόγια του ρόλου αφού δεν είχε βγάλει καν το δημοτικό. Τα κατάφερε όμως και έμαθε την τέχνη πάνω στο σανίδι.
«Ήταν ένα στοιχειό ο Αυλωνίτης»
Σύντομα, κατάφερε να γίνει θιασάρχης και μεγαλούργησε στην αθηναϊκή επιθεώρηση. Η καθιέρωσή του στο ελληνικό κοινό ήρθε κυρίως μέσα από τον κινηματογράφο. Ο πρώτος μεγάλος ρόλος που του δόθηκε ήταν στο «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο». Ο Φιλοποιμήν Φίνος αρνιόταν σθεναρά να δοθεί ο πρωταγωνιστικός ρόλος στον Αυλωνίτη αφού δεν είχε ιδιαίτερη εμπειρία στον κινηματογράφο και έκανε συνήθως ρόλους δεύτερης διαλογής.
Διαβάστε ακόμη: QUIZ ελληνικού κινηματογράφου: Μπορείς να βρεις την ταινία από την ατάκα;
Πείστηκε όμως αφού εγγυήθηκε για τον ίδιο ο Αλέκος Σακελλάριος. Η συμπρωταγωνίστριά του, Τζένη Καρέζη, είχε πει σε μια συνέντευξη χρόνια μετά ότι πήγαινε νωρίτερα στο γύρισμα και έφευγε τελευταία για να «χαζεύει» τον Αυλωνίτη. «Ήταν ένα στοιχείο αυτός ο άνθρωπος, ένας πολύ μεγάλος ηθοποιός» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Οι μοναδικές του ατάκες, οι ξεχωριστοί αυτοσχεδιασμοί του, οι ασύλληπτες γκριμάτσες του τον ξεχώρισαν σε σχέση με τους υπόλοιπους κωμικούς ηθοποιούς και τον καθιέρωσαν στην καρδιά του κοινού ως ένα τεράστιο ταλέντο που κάνει τους άλλους να γελούν.
Η προσωπική ζωή και ο τζόγος
Ο ίδιος δεν είχε δώσει ποτέ δικαιώματα. Η γοητεία του όμως και οι συχνές «κατακτήσεις» του γέννησαν τη φήμη του γόη. Ήταν παντρεμένος με την πρώτη του σύζυγο για αρκετό καιρό αλλά την εγκατέλειψε επειδή ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα μια θαυμάστριά του που την ακολούθησε μέχρι το Παρίσι. Εκεί το ειδύλλιο δεν ευδοκίμησε αλλά γνώρισε μια Ελληνίδα από την Κωνσταντινούπολη που την παντρεύτηκε και έζησε μαζί της μέχρι το τέλος.
Το μεγαλύτερό του πάθος ήταν ο τζόγος. Ο ιππόδρομος συγκεκριμένα. Αυτός ήταν και ο λόγος των ομηρικών καυγάδων που είχε με τη Γεωργία Βασιλειάδου. Η χημεία ανάμεσα στους δύο ήταν μοναδική. Η Βασιλειάδου απεγνωσμένα πολλές φορές προσπαθούσε να τον προστατέψει αλλά δεν τα κατάφερνε πάντα. «Μα καλά, τι τη θες συνέχεια την πράσινη τσόχα;» τον ρωτούσε απεγνωσμένη. «Κοίταξε, εμένα ο οφθαλμίατρος μου είπε ότι πρέπει να βλέπω πράσινο» της απαντούσε αποστομωτικά.
Παρά το πηγαίο χιούμορ, ήταν ένας άνθρωπος συχνά μελαγχολικός. Οι συνάδελφοί του περιγράφουν πως ξεκινούσε νωρίς το πρωί για να πάει στο θέατρο πριν από όλους. Καθόταν στις θέσεις του κοινού και ατένιζε τη σκηνή. Τα χρόνια προβλήματα που είχε στους πνεύμονές του χειροτέρεψαν με τον καιρό και ο Βασίλης Αυλωνίτης που χάριζε το γέλιο χωρίς να ζητάει αντάλλαγμα «έφυγε» από τη ζωή το 1970 σε ηλικία 66 ετών.
Σε μια συνέντευξή του είχε παραδεχθεί πως σπάνια έβλεπε τις ταινίες του. «Δε βαριέσαι, θα τις δω στον άλλο κόσμο, όλο και κάποιος Εβραίος ή Έλληνας θα έχει στήσει ένα σινεμά».
- Φωτιά στο εργοστάσιο της Βιολάντα: Τα σενάρια για τα αίτια της τραγωδίας - Αγωνία για τις αγνοούμενες
- Όταν η Βιολάντα ήταν φούρνος της γειτονιάς στα Τρίκαλα: Η ιστορία της εμβληματικής βιομηχανίας
- Δήμητρα Λιάνη: Η αντίδρασή της στο άκουσμα του θανάτου της Αναστασίας Αθήνη
- Πίσω από κάθε νεκρό σε χώρο εργασίας, υπάρχει μια κοινή αλήθεια
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.