Μενού
Η Ριβιέρα των Εξαρχείων
Η Ριβιέρα των Εξαρχείων | Reader.gr
  • Α-
  • Α+
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του reader.gr στην Google

Εάν κάνει κάποιος μια βόλτα στα Εξάρχεια κατά την διάρκεια του καλοκαιριού, θα δει μεγάλες ουρές να σχηματίζονται έξω από τους θερινούς κινηματογράφους του κέντρου. Η ανθρωπογεωγραφία των ατόμων που δημιουργούν αυτές τις ουρές, αποτελείται κυρίως από νεαρά πρόσωπα, που δεν θα είναι πιθανά πάνω από 30 με 35 ετών.

Αν επίσης κάποιος ρίξει μια ματιά στις αφίσες έξω από τα σινεμά, θα δει ταινίες όπως το «Σαμουράι» του Ζαν Πιερ Μελβίλ, τις «Αρμονίες Βερκμάιστερ», του Μπέλα Ταρ (που με την τρίτη καταφέραμε να δούμε την ταινία, καθώς ήταν sold out), τα άπαντα του Χίτσκοκ, ταινίες του βωβού γερμανικού κινηματογράφου αλλά και το σαρωτικό (κυριολεκτικά) κύμα της Nouvelle Vague. Και σε όλες αυτές τις ταινίες νέοι άνθρωποι, που είτε έχουν μικρή είτε μεγάλη σχέση με την 7η τέχνη επιλέγουν να περάσουν το βράδυ τους έτσι.

Η αλήθεια είναι ότι η σχέση που χτίζεις με την μεγάλη οθόνη είτε σε θερινό είτε σε κλειστό σινεμά είναι ιδιαίτερη. Μπορεί το κλειστό σινεμά να έχει μια άλλη «ιεροτελεστία», στην σκοτεινή αίθουσα, όπου όλη σου η προσοχή εστιάζεται στην ταινία, αλλά το καλοκαιρινό δίνει ευκαιρίες να δεις φιλμ που πιθανά να μην μπορούσες, να έχεις πρόσβαση ή αν είχες η εμπειρία της μικρής οθόνης θα αδικούσε το κινηματογραφικό αποτέλεσμα.

Διαβάστε επίσης: Απόντες: 30 χρόνια μετά, βλέπουμε ξανά μια από τις σπουδαιότερες ταινίες του ελληνικού σινεμά

Έτσι ένιωσα και πέρυσι στο ΒΟΞ που είδα το RAN του Ακίρα Κουροσάβα, αυτό το τρίωρο κινηματογραφικό έπος που έγινε μύθος χρωμάτων, ιδεών αλλά και της ίδιας της ζωής.

Το Reader μίλησε με νέα παιδιά που έχουν δει κινηματογραφικά έπη του περασμένου αιώνα σε θερινά σινεμά της Αθήνας, και επιχειρούν να εξηγήσουν την ανάγκη τους κάθε καλοκαίρι να διερευνούν το κινηματογραφικό παρελθόν.

«Αποτελεί εκπλήρωση του αθηναϊκού τρεντ»

Ο Χριστόφορος, 26 ετών σημείωσε χαρακτηριστικά στο Reader: «Η πρώτη επανέκδοση που είχα δει σε θερινό ήταν το ''Duck Soup'' των αδερφών Μαρξ, όταν ήμουν παιδάκι. Πρέπει να ήταν στο Παναθήναια στα Εξάρχεια.

Η προβολή λειτούργησε στο μυαλό σαν μια χωροχρονική υπέρβαση – μια μαγική δίοδος εξοικείωσης με εποχές, ρούχα, συνήθειες, χιούμορ και τεχνικές ξένες, παλιές. Μεγαλώνοντας άρχισα να αγαπώ το σινεμά και να ανακαλύπτω μόνος τους μεγάλους κλασσικούς – σε DVD, σε κασέτες, σε τηλεοπτικές προβολές τις οποίες προσπαθούσαμε να «γράφουμε» στο σπίτι (ποιος γράφει άραγε ακόμα;).

Όμως η προβολή στο θερινό των ίδιων κλασσικών ήταν πάντα μια δυνατότητα να ακολουθήσεις αυτή τη μαγική δίοδο που είπαμε πριν. Να συναντηθείς πιο άμεσα με τους σπουδαίους της 7ης Τέχνης. Είναι ωραία αυτή η στροφή των νέων στο θερινό για επανεκδόσεις.

Διαβάστε επίσης: Αύγουστος στην Αθήνα: Πώς είναι σήμερα το παρκάκι του «Τσίου»

Έστω κι αν ορισμένες φορές πιστεύω ότι αποτελεί απλώς εκπλήρωση ενός αθηναϊκού τρεντ. Πάμε να δούμε Ταρκόφσκι επειδή πρέπει, επειδή είναι ''φάση'', επειδή πασχίζουμε να μπούμε με σε μια ψευδαίσθηση επαφής με τη μεγάλη τέχνη, ακόμη κι αν αυτή η επαφή είναι στιγμιαία και επιφανειακή.

Ας είναι. Πάντως, οι πιο ωραίες προβολές επανεκδόσεων συμβαίνουν μεσοβδόμαδα, με τους θεατές αραιωμένους στα καθίσματα. Εκεί που δεν σε πνίγει ο καπνός από τα τσιγάρα των τυχάρπαστων κι όπου εντοπίζεις στο κοινό μια γνήσια αγάπη για το σινεμά.

Σε τέτοιες προβολές λάτρεψα τον ''Θάνατο στη Βενετία'', τον ''Κονφορμίστα'', το ''Ασανσέρ για Δολοφόνους'', τον ''Τρίτο Ανθρωπο''. Με ανοιχτό ουρανό, με την πόλη συντροφιά, με την μποέμ ραστώνη που υπόσχεται η αθηναϊκή νύχτα».

«Όταν είδα το 8½ του Φελίνι σε θερινό κατάλαβα τι έχανα τόσα χρόνια»

Από την δική της πλευρά, η Έλενα 28 ετών αναφέρει χαρακτηριστικά: 

«Είμαι ο άνθρωπος που προτιμά για πολλούς και διαφορετικούς λόγους τις χειμερινές κινηματογραφικές αίθουσες, αλλά, οι επανεκδόσεις παλιών ταινιών στα θερινά κάθε καλοκαίρι, είναι ο λόγος που περιμένω πώς και πώς κάθε χρόνο την πρώτη προβολή της ταράτσας του ΒΟΞ.

Δεν θυμάμαι στ' αλήθεια πότε άρχισα να το κάνω, να πηγαίνω σε θερινά και να βλέπω επανεκδόσεις κλασικών ταινιών, αλλά κάπως έτσι είδα πρώτη φορά λ.χ. Παζολίνι ή "κλασικές" για μας σήμερα ταινίες, όπως το Mulholland Drive.

Συνήθως βλέπω ταινίες που δεν μπορώ να βρω σε καμία πλατφόρμα ή άλλες που είναι πιο "βαριές" και ακόμη κι αν τις έβρισκα σε πλατφόρμα, μάλλον θα μου ήταν δύσκολο να ενώσω τα τελευταία ψήγματα συγκέντρωσης μου στο τέλος της ημέρας.

Διαβάστε επίσης: Δεν είσαι μόνος σου στον καύσωνα: 5 ταινίες για να… λιώσεις

Παράλληλα, το να βλέπω ταινίες που θεωρούνται κλασικές ή εμβληματικές, είναι σαν να ξεδιπλώνεται μπροστά μου ένας καινούργιος κόσμος. Άκουγα λ.χ. για χρόνια για την ομορφιά του 8½ του Φελίνι, αλλά μόνο όταν την είδα, κατάλαβα τι έχανα τόσα χρόνια.

Νομίζω τελικά γι' αυτό μ' αρέσουν πολύ οι παλιές ταινίες, μού δείχνουν έναν κόσμο που όχι μόνο δεν υπάρχει πια, αλλά που με τις προσλαμβάνουσες που έχουμε από τα 00s και έπειτα, κανείς δεν θα μπορούσε ποτέ να συλλάβει τον κόσμο, τις εικόνες και τις ιδέες που του χαρίζουν απλόχερα τέτοιες παλιές ταινίες».

«Καταλάθος βρέθηκα σε ταινία του Αντονιόνι»

Η Κλεονίκη, 25 ετών μας μιλά για το πως είδε πρώτη φορά σε θερινό σινεμά μια παλιά ταινία: «Παραδόξως, στα θερινά πάντα επέλεγα να δω ταινίες πιο ανάλαφρες, τύπου γαλλικές κομεντί ή κάτι πιο ''ποπ''. Όμως, κάποια στιγμή κάπως με έβγαλε ο δρόμος προς την ''Αθηναία'' στο Κολωνάκι και εκεί έπαιζε το ''Blow Up'' του Μικελάντζελο Αντονιόνι.

Δεν ξέρω τι άλλαξε στις νευροχημικές συνάψεις του εγκεφάλου μου, αλλά το θέαμα που μας παρέδωσε ο μεγάλος αυτός σκηνοθέτης, που τυχαία βρέθηκα ενώπιον της ταινίας του, με έκανε να αναθεωρήσω για τον παλιό κινηματογράφο. Καμιά φορά η βραδύτητα, τα αμοντάριστα πλάνα, οι μεγάλες σεκανς, αλλά και η μουσική δημιουργούν νοητικά ταξίδια προς άλλους κόσμους, και έτσι κατέληξα να περιμένω να πάει Πέμπτη προκειμένου να ψάξω την επόμενη προβολή που θα πάω».

 «Ας μην απαθανατίζουμε τις viral σεκάνς με το κινητό»

Ο Μιχάλης, 24 ετών εμφανίζεται σχετικά πιο επιφυλακτικός αναφορικά με την μαζική προσελεύση των νέων σε ταινίες του περασμένου αιώνα, όπως αναφέρει: «Η ιδέα να ξεκινήσω από το σπίτι μου στα Εξάρχεια και να πάω προς το ΕΚΡΑΝ για να δω για παράδειγμα όπως είχα δει πριν μερικά χρόνια μια ταινία σαν το ''Sweet Smell of Success'' είναι το handbook της χαλάρωσής μου.

Όμως, μια κινηματογραφική προβολή είναι και μια συλλογική διαδικασία, επομένως οι πράξεις του ενός επηρεάζουν τη πρόσληψη του άλλου. Είναι τέλειο να βλέπεις γεμάτες αυλές, αλλά δεν είναι καθόλου τέλειο να υπάρχουν κινητά, βαβούρα -προσοχή- όχι οι φυσικοί ήχοι της πόλης, και η ανάγκη να απαθανατίσεις το viral στιγμιότυπο από το ''Alphaville'' του Γκοντάρ που σου βγαίνει στο Instagram.

Κατά τα άλλα, επειδή το σινεμά είναι και ένα ιστορικό φαινόμενο, είναι πολύ όμορφο να βλέπεις νέες μούρες όπως εμείς να παρακολουθούν, να προβληματίζονται, να σοκάρονται ίσως από το πόσο μπροστά ήταν η 7η τέχνη του περασμένου αιώνα, ή ακόμα να παρατηρούν πως χωρίς τα τρομερά τεχνικά μέσα, τα αποτελέσματα μπορεί να είναι ασύλληπτα, όπως για παράδειγμα στο ''All that Jazz'' του Bob Fosse».

Πάντως, ένα από τα πιο όμορφα βράδια του φετινού καλοκαιριού, ήταν όταν πήγα στη Λάουρα, στην κατάμεστη αυλή για την προβολή της «Αμελί» για να τη δω και να ξανακούσω την φράση «δεν είσαι ούτε λαχανικό, ακόμα και οι αγκινάρες έχουν καρδιά», και υπήρχαν πρόσωπα από 16 χρονών και πάνω που μάλλον δεν είχαν ξαναδει τη ταινία, αλλά είχαν ακούσει το soundtrack. 

Μπορεί να ήταν για το clout, μπορεί και όχι, πιθανά δεν θα μάθουμε ποτέ. Το σημαντικό είναι ότι η GenZ ήταν εκεί και αναβιώνουν το παρελθόν σε περιοχές της πόλης.

 

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...