Μενού
parnitha
Shutterstock
  • Α-
  • Α+

Τις προάλλες που είχα πάει στο σινεμά, έτυχε να δω μία διαφήμιση αυτοκινήτου. Σκέφτηκα ότι από όλες τις διαφημίσεις του κόσμου, δύο είναι αυτές που δεν έχουν αλλάξει καθόλου στο πέρας των δεκαετιών που τις παρακολουθώ. Τα διαφημιστικά τηλεοπτικά σποτ για τα σούπερ μάρκετ (υγρό πιάτων από 12,30 μόνο 9,90) και αυτές του αυτοκινήτου.

Ένα πανέμορφο ζευγάρι με ή χωρίς παιδιά (ανάλογα με το αν είναι οικογενειακό το αυτοκίνητο), μπαίνει στο αμάξι και ακολουθούν πλάνα από ψηλά με το αυτοκίνητο να διασχίζει δρόμους καλύτερα στρωμένους από τη Συγγρού, ανάμεσα σε καταπράσινες βουνοκορφές. Στο τέλος σκάει η τιμή και, στο ακόμα πιο τέλος, το brand με το σταθερό σλόγκαν.

Μία τέτοια οδηγική εμπειρία ανέμενα, όταν αποφασίσαμε να πάμε με την παρέα μου στην Πάρνηθα, για να περάσουμε τη φετινή εορτή της 28ης Οκτωβρίου. Στο πλαίσιο ίσως της νέας μόδας όπου διάφοροι άνθρωποι που βρίσκονται στο μεταίχμιο των πιο σημαντικών αποφάσεων της ζωής τους, πατάνε ένα pause, αγοράζουν hiking shoes που κοστίζουν όσο το 1/10 του μισθού τους και παίρνουν τα βουνά.

parnitha

Αφού περάσαμε 1-1,5 ώρα στο πιο Instagram vs Reality μέρος που έχω δει στη ζωή μου, τη λίμνη Μπελέτσι, αποφασίσαμε να πάμε απέναντι και να μας βρει το μεσημέρι στο πανέμορφο καταφύγιο Μπάφι. Σε αργία. Απόφαση που θα παίρναμε μόνο αν είχαμε μετακομίσει στην Αθήνα προχθές. Κι όμως, τρεις δεκαετίες εδώ δεν μας εμπόδισαν.

Την πηγαία ενόρμηση που είχαμε να κάνουμε ένα διάλειμμα από την τοξική μας σχέση με την Αθήνα και να πάμε να ηρεμήσουμε στο βουνό. Δύο ώρες μετά είχαμε κολλήσει κυριολεκτικά στην κίνηση, σε ένα spot από το οποίο έβλεπες την Αθήνα από ψηλά αλλά την ένιωθες δίπλα σου.

Και δεν εννοώ ότι πηγαίναμε αργά ή ότι πιάστηκε το πόδι μας από το πάνω κάτω στον συμπλέκτη. Μιλάω για χοντρή φάση του τύπου «σβήσε, φίλε, τη μηχανή τζάμπα καις βενζίνη».

Φτιάξαμε μία κοινότητα με κολλημένους στην κίνηση 

Στους δρόμους της Αθήνας καταλαβαίνεις ότι τα πράγματα είναι ζόρικα, όταν ο πρώτος από την ουρά ανοίγει την πόρτα. Με το που ακουστεί το κλικ της πόρτας, ξέρεις ότι σήμερα θα σπαταλήσεις κι άλλα λεπτά από την ούτως ή άλλως σύντομη ζωή σου. Ειδικά αν ο τύπος ακουμπήσει στην πόρτα του αμαξιού του και βάλει το ένα χέρι στη μέση. Αυτό ακριβώς έβλεπα μπροστά μου.

Ποιο ήταν το πρόβλημα; Σε έναν στενό δρόμο από αριστερά όπως κατέβαινες είχαν σκάψει τον δρόμο. Δεξιά υπήρχε μία σειρά παρκαρισμένων αυτοκινήτων. Στη μέση μία λωρίδα που θα έπρεπε να είναι δύο. Η μία πήγαινε προς Μπάφι, η άλλη προς Μπελέτσι και Ιπποκράτειο Πολιτεία. Το αποτέλεσμα: Αρκετές δεκάδες αμάξια που δεν μπορούσαν να πάνε μπρος ή πίσω. Κάθε λεπτό ο αριθμός τους αυξανόταν. 

Πρέπει να ήμασταν πολύ γελοίοι αν μας κοιτούσε η κάμερα των διαφημιστικών σποτ αμαξιών από ψηλά.

parnitha
Shutterstock

Το κόλλημα ήταν τόσο μεγάλο που προλάβαμε να στήσουμε μία μικρή κοινότητα. Ο πρώτος, που τον ονομάσαμε Στρατάρχη, ο οποίος είχε σαφώς ηγετικό ρόλο στις συζητήσεις για το πώς ξεμπλέκουμε. Ευκατάστατος, λίγο πριν τα 70. Ήταν καταφανώς έξαλλος με αυτό που συνέβαινε αλλά, αν έκανε ψυχανάλυση, θα καταλάβαινε ότι βαθιά μέσα του ίσως και να το απολάμβανε που βρήκε αφορμή να γκρινιάξει.

Μία πιο ψύχραιμη κυρία με τον σύντροφό της που είχαν ρόλο δευτεραγωνιστή για το comic relief. Προσπαθούσαν να δώσουν κάποιες λύσεις αλλά κατά βάση έκαναν αστεία μεταξύ τους και με τα μπροστά και τα πίσω αμάξια. Άλλοι που ήταν αγανακτισμένοι, μία παρέα 20χρονων που παρίσταναν ότι αδιαφορούσαν αλλά στην πραγματικότητα δεν τους ένοιαζε κιόλας και διάφοροι άλλοι σε συμπληρωματικούς ρόλους.

Εκτός από το characters, είχαμε το βασικό συστατικό στοιχείο κάθε κοινότητας: Έναν κοινό εχθρό. Εν προκειμένω αυτούς που είχαν παρκάρει δεξιά και έκλειναν τον δρόμο. Τους βρίζαμε μέχρι που στο μυαλό μας άρχισαν οι φαντασιώσεις. Κάποιοι ήταν πιο ψύχραιμοι («δεν έχω και αυτοκόλλητα “είμαι γάιδαρος”»), κάποιοι άλλοι λίγο πιο έξαλλοι σχημάτιζαν με το μυαλό τους ειδικά τεθωρακισμένα της Τροχαίας ή κάτι τέτοιο.

Αθήνα: Πόλη μη βιώσιμη και στις βουνοκορφές της

Το κόλλημά μας κράτησε γύρω στη μισή ώρα και η λύση που δόθηκε ήταν μάλλον προσωρινή. Το πρόβλημα, βλέπετε, ήταν δομικό και οι σωτήρες είχαν περιορισμένες δυνατότητες. Όταν φεύγαμε από το κομφούζιο, κάποιος από την απέναντι ουρά με ρώτησε αν έπρεπε να ξεκινήσει. Μου ήταν κυριολεκτικά αδύνατο να του απαντήσω.

Όταν πια ξεμπλέξαμε βρεθήκαμε σε άλλες 2-3 ουρές αυτοκινήτων, η μία εκ των οποίων ήταν στα 1160 μέτρα υψόμετρο. Προφανώς, έκανα αναστροφή και έφυγα. Δύο-τρεις ώρες μετά βρεθήκαμε να τρώμε εξαντλημένοι στη Νέα Φιλαδέλφεια, στα όρια του δήμου Αθηναιών ευγνωμονώντας που είχαμε μπροστά μας πράγματα με θερμίδες και δίπλα μας δύο βάζα, κι ας ήταν το πράσινο που μας πρόσφεραν πλαστικό.

Κι αν όλο αυτό είχε το ενδιαφέρον του ως content, όσο πέρναγε η ώρα, τόσο πιο ασφυκτικό γινόταν. Πολύ απλά γιατί συνέβαινε στα 1000 μέτρα υψόμετρο στην οποία οι πηγμένοι Αθηναίοι έπηζαν ακόμα περισσότερο στην προσπάθειά τους να πάρουν μία ανάσα. Αυτή η πόλη αδυνατεί να δώσει την παραμικρή ποιότητα ζωής ακόμα και στις βουνοκορφές της.

Και επειδή όλες οι τοξικές σχέσεις έχουν μέσα τους κάτι το θελκτικό, προσωπικά, όταν ήμουν κολλημένος πάνω στην κίνηση των βουνών, πέρασε για μία στιγμή από το μυαλό μου ότι την ίδια ώρα στη Βαλτετσίου θα είχε λογικά πολύ λιγότερο κόσμο.

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...