Ήταν ένα βράδυ του Ιανουαρίου το 1936 όταν στο θέατρο Μπολσόι, στο κέντρο της σοβιετικής πρωτεύουσας, παιζόταν μια όπερα που είχε κάνει παγκόσμιο πάταγο. Σε διασκευή του Ντμίτρι Σοστακόβιτς, από το ομώνυμο λογοτεχνικό έργο, ήταν η «Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ».
Η όπερα αφηγείται τη ζωή της Κατερίνα Λβόβνα Ιζμαΐλοβα, μιας γυναίκας που ζει με τον πλούσιο σύζυγό της σε μια επαρχία στη δυτική Ρωσία. Αν και ακούγεται αθώο, το έργο πραγματεύεται τον υποδεέστερο ρόλο των γυναικών στην κοινωνία του 19ου αιώνα αλλά και την μοιχεία.

Εκείνο το βράδυ, ο Σοστακόβιτς ήταν εκεί. Το έργο αυτό τον είχε κάνει διάσημο σε ολόκληρο τον κόσμο. Μέσα στο θέατρο, βρίσκονταν και τα στελέχη της σοβιετικής ηγεσίας, με προεξάρχοντα τον Ιωσήφ Στάλιν. Υπό κανονικές συνθήκες, για τον Στάλιν θα ήταν άλλη μια αδιάφορη, τυπική εκδήλωση μέσα στο πρόγραμμά του. Ο ίδιος δήλωνε βέβαια λάτρης της όπερας. Τον περίμεναν αρκετές εκπλήξεις.
Τι εκνεύρισε τον Στάλιν;
Το όραμα του Σοστακόβιτς περιελάμβανε αρκετά σοκαριστικά στοιχεία για την εποχή. Αποτυπώνει άλλωστε μια γυναίκα που καταπιέζεται από άνδρες που την εκμεταλλεύονται και καταλήγει να ενδίδει στα δολοφονικά της ένστικτα. Η βία κυριαρχεί σε αρκετά σημεία του έργου. Η υπηρέτρια του σπιτιού πέφτει θύμα βίαιης επίθεσης από τους εργάτες που δουλεύουν στο κτήμα. Την παρενοχλούν σεξουαλικά ενώ προτρέπουν τον πρωταγωνιστή να την βιάσει για πλάκα.
Ο ίδιος στη συνέχεια θα…σαγηνεύσει με την τοξική ρωμαλεότητά του την πρωταγωνίστρια και πάνω στη σκηνή, θα επιδοθούν σε άγριο και βίαιο σεξ. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η παράσταση περιλαμβάνει και μια σύντομη σάτιρα στοχευμένη προς την αστυνομία. Η βία που διατρέχει όλο το έργο συνοδεύεται από την στοχευμένα πομπώδη μουσική του Σοστακόβιτς. Ο Στάλιν έφυγε από το θέατρο φανερά εκνευρισμένος.
Δύο μέρες μετά, η εφημερίδα Πράβντα, αποτύπωνε τις σκέψεις του. Χαρακτήριζε το έργο έναν αχταρμά, χάος, πρόστυχο, που προσπαθεί να ικανοποιήσει τα πάθη και τις αντιλήψεις της μπουζουαρζίας. Υπήρχαν φήμες πως ο ίδιος ο Στάλιν έγραψε το άρθρο αλλά δεν επιβεβαιώθηκαν.
Η απομόνωση του Σοστακόβιτς
Ο Σοστακόβιτς δεν σταμάτησε να δημιουργεί ούτε του επιβλήθηκε κάποια απαγόρευση. Απλώς, άρχισαν να τον απομονώνουν. Το σωματείο των συνθετών στο οποίο ανήκε τον κατέκρινε με σφοδρότητα.
Οι κοντινοί του φίλοι, παρά την αρχική υποστήριξη που του παρείχαν, τον εγκατέλειψαν και απομακρύνθηκαν. Το έργο του, όπως ήταν, δεν ξαναεμφανίστηκε στα θέατρα της Σοβιετικής Ένωσης. Το 1963 παίχτηκε ξανά, αρκετά διαφορετικό και με διορθώσεις που το καθιστούσαν πολύ πιο ήπιο σε σχέση με το αρχικό.
Παρά τα προβλήματα και τα εμπόδια, στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, οι φίλοι του συνθέτη αναβίωσαν το όραμά του με παραστάσεις του αρχικού έργου. Για την ιστορία, ήταν το μοναδικό έργο που ο Σοστακόβιτς είχε πάρει μαζί του όταν εγκατέλειψε το Λένινγκραντ κατά την ναζιστική πολιορκία.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.