Μενού
  • Α-
  • Α+

Σχεδόν το ίδιο αποτελεσματικά με τα προηγούμενα είναι τα νέα επικαιροποιημένα εμβόλια έναντι του κορονοϊού, που αναπτύχθηκαν ειδικά για τις υποπαραλλαγές της Ομικρον, ΒΑ.4 και ΒΑ.5, σύμφωνα με δύο νέες μελέτες από τα Πανεπιστήμια Χάρβαρντ και Κολούμπια. Αν και επιβεβαιώνεται η προστασία έναντι της σοβαρής νόσου Covid-19, μέχρι στιγμής, δεν φαίνεται να επαληθεύονται οι προσδοκίες των επιστημόνων ότι, τροποποιώντας τα πρώτης γενιάς εμβόλια, ώστε να περιλαμβάνουν και τα νέα στελέχη της παραλλαγής Ομικρον (δισθενή εμβόλια), ενδεχομένως  να προσφέρουν καλύτερη και μεγαλύτερης διάρκειας προστασία.

Διαβάστε ακόμη: Κορονοϊός: Μπορούμε να προβλέψουμε το μέλλον της πανδημίας της COVID-19;

Θέση απέναντι στα «αποθαρρυντικά» από μία πλευρά ευρήματα των δύο μελετών πήρε εκπρόσωπος του Οργανισμού Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA), τονίζοντας ότι «είναι πολύ μικρές για να καταλήξουν σε πραγματικά συμπεράσματα».

Τι έδειξαν οι μελέτες

Οι μελέτες συνέκριναν την ανοσολογική απόκριση ατόμων που έλαβαν αναμνηστικές δόσεις του αρχικού εμβολίου, με αυτά ατόμων που εμβολιάστηκαν με τα ενημερωμένα δισθενή εμβόλια κατά των παραλλαγών BA.4 και ΒΑ.5.

Η πρώτη μελέτη, με επικεφαλής τον Δρ Ντέιβιντ Χο, Καθηγητή Μικροβιολογίας και Ανοσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια, εξέτασε 19 άτομα που έλαβαν την τέταρτη ενισχυτική δόση του αρχικού ενισχυτικού εμβολίου, έναντι 21 ατόμων που έλαβαν την τέταρτη δόση με τα ενημερωμένα εμβόλια.

Η δεύτερη μελέτη, υπό τον Δρ Νταν Μπόρουκ, Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και διευθυντή του Κέντρου Ιολογίας και Ερευνας Εμβολίων στο Ιατρικό Κέντρο Beth Israel Deaconess, εξέτασε 15 άτομα που έλαβαν το αρχικό αναμνηστικό εμβόλιο, έναντι 18 ατόμων που έλαβαν τα επικαιροποιημένα δισθενή εμβόλια.

Συγκρίνοντας την ανοσολογική απόκριση των ατόμων που έλαβαν τις αρχικές ενισχυτικές δόσεις, με αυτή των ατόμων που έλαβαν τις επικαιροποιημένες ενισχυτικές δόσεις κατά των υποπαραλλαγών BA.4 και ΒΑ.5, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα εξουδετερωτικά αντισώματα αυξήθηκαν και στις δύο περιπτώσεις, στα ίδια περίπου υψηλά επίπεδα. Και οι δύο μελέτες παρουσιάζονται σε «προδημοσιεύσεις», που σημαίνει ότι δεν ακόμη έχουν εξεταστεί από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες.

«Δεν βλέπουμε ουσιαστικά καμία διαφορά μεταξύ των παλαιών ενισχυτικών εμβολίων και των νέων, περίπου ένα μήνα μετά τον εμβολιασμό», δήλωσε ο Δρ. Ντέιβιντ Χο. Ο ίδιος υποστήριξε ότι ως προς τα αποτελέσματα αυτά, πολλά θα μπορούσαν να αλλάξουν με το χρόνο, καθώς τα κύτταρα του ανοσοποιητικού ωριμάζουν. «Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι σε λίγους μήνες από τώρα, δεν θα υπάρχει καμία διαφορά. Δεν θα έχουμε τελικά συμπεράσματα, εάν δεν συνεχιστεί και ολοκληρωθεί η παρακολούθηση αυτών των ατόμων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα», τόνισε.

Ο Δρ Νταν Μπαρούκ, από την πλευρά του, αναγνώρισε ότι το δείγμα των μελετών είναι μικρό, αλλά τόνισε ότι έγιναν ανεξάρτητα και βασικά κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα, το οποίο είναι αξιοσημείωτο. «Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι δύο μελέτες έγιναν ανεξάρτητα. Είναι μικρές, αλλά είναι δύο - δεν είναι απλώς μια ατυχία», είπε ο Μπαρούκ, το εργαστήριο του οποίου έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του εμβολίου της Johnson & Johnson.

Στα αποτελέσματα των δύο μελετών αναφέρθηκε με ανάρτησή του στα κοινωνικά δίκτυα και ο καθηγητής Δημόσιας Υγείας της Ιατρικής Σχολής του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου, Θεόδωρος Λύτρας: «Ψιλο-απογοήτευση το ενημερωμένο (BA.5) εμβόλιο, δηλαδή όχι σημαντικά καλύτερο από το αρχικό εμβόλιο. Που σημαίνει: εν όψει χειμώνα κάνουμε όποιο εμβόλιο είναι διαθέσιμο, εφόσον έχουμε >4-6 μήνες από την τελευταία δόση. Ιδίως αν έχουμε μεγάλη ηλικία ή άλλους παράγοντες κινδύνου», ανέφερε ο καθηγητής. Ωστόσο, έσπευσε να διευκρινίσει ότι: «Τα εμβόλια #COVID19 είναι ΠΑΡΑ πολύ αποτελεσματικά στην πρόληψη βαριάς νόσου από ΟΛΕΣ τις ως τώρα γνωστές παραλλαγές. Τα ενημερωμένα εμβόλια φιλοδοξούν να **βελτιώσουν περαιτέρω** αυτή την ήδη υψηλή αποτελεσματικότητα, έναντι των παραλλαγών της όμικρον».

FDA: Μικρές και με περιορισμούς οι μελέτες

Σύμφωνα με τον Δρ Πίτερ Μαρκς, επικεφαλής του τμήματος εμβολίων του FDA, οι μελέτες είναι μικρές και υπόκεινται σε περιορισμούς. Στοιχεία από μεγαλύτερες καλά ελεγχόμενες μελέτες αναμένονται στο εγγύς μέλλον. Οι εταιρείες Pfizer και Moderna διεξάγουν κλινικές δοκιμές για τα νέα ενισχυτικά εμβόλια και αναμένεται να παράσχουν δεδομένα εντός του έτους.

«Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ακόμη και τα δεδομένα από αυτές τις αρχικές μικρές μελέτες καταδεικνύουν ότι τα δισθενή εμβόλια είναι γενικά τουλάχιστον εξίσου καλά ή καλύτερα από τα αρχικά εμβόλια στη δημιουργία ανοσοαπόκρισης, ιδιαίτερα στα στελέχη BA.4/BA.5 και άλλες νεότερες παραλλαγές», είπε ο Μαρκς σε δήλωσή του, τονίζοντας ότι ακόμα και μέτριες αυξήσεις στην ανοσολογική απόκριση θα μπορούσαν να έχουν θετικές συνέπειες για τη δημόσια υγεία.

«Ο FDA συνεχίζει να ενθαρρύνει τα άτομα που πληρούν τις προϋποθέσεις να εξετάσουν το ενδεχόμενο λήψης ενός επικαιροποιημένου εμβολίου για να βοηθήσουν στην προστασία από τις κυκλοφορούσες παραλλαγές της Covid-19 και το κύμα που φαίνεται να έρχεται», υπογράμμισε ο Μαρκς.

Οι μελέτες των Πανεπιστημίων Κολούμπια και Χάρβαρντ καταδεικνύουν ξεκάθαρα ότι οι ενισχυτικές δόσεις με τα επικαιροποιημένα εμβόλια λειτουργούν, αλλά παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν θα κάνουν πολύ καλύτερη δουλειά στην πρόληψη της νόσου, ιδιαίτερα της λοίμωξης και της ήπιας νόσου, από τα αρχικά εμβόλια.

«Οι άνθρωποι που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου και επωφελούνται από τις αναμνηστικές δόσεις- όσοι είναι ανοσοκατεσταλμένοι, όσοι έχουν ιατρικές παθήσεις υψηλού κινδύνου και οι ηλικιωμένοι - θα πρέπει, καθώς μπαίνουμε στο τέλος του φθινοπώρου και στις αρχές του χειμώνα, να λάβουν αναμνηστική δόση», δήλωσε ο Δρ Πολ Οφιτ, μέλος της ανεξάρτητης συμβουλευτικής επιτροπής εμβολίων του FDA. Ωστόσο, πρόσθεσε:

«Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί όταν βρισκόμαστε μπροστά στο αμερικανικό κοινό και προσπαθούμε να προωθήσουμε αυτό το εμβόλιο ως κάτι που είναι πολύ καλύτερο, όταν όλα τα στοιχεία που έχουμε μέχρι στιγμής δεν το υποστηρίζουν».

Περιορισμένα δεδομένα

Οι συγκεκριμένες μελέτες παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή αυτή τη στιγμή υπάρχουν πολύ περιορισμένα δεδομένα σχετικά με την απόδοση των ενισχυτικών εμβολίων έναντι της BA.5. Ο FDA ενέκρινε τη χορήγησή τους τον Σεπτέμβριο, με βάση την κλινική δοκιμή από ένα παρόμοιο εμβόλιο που αναπτύχθηκε έναντι της πρώτης έκδοσης της Ομικρον (BA.1).

Οι εταιρείες Pfizer και Moderna ανέπτυξαν αρχικά τα νέα ενισχυτικά εμβόλια ενάντια στο στέλεχος BA.1, αλλά ο FDA ζήτησε το καλοκαίρι να αλλάξουν κατεύθυνση και να στοχεύσουν αντ' αυτού στο BA.5, επειδή αυτή η υποπαραλλαγή είχε πλέον κυριαρχήσει. Κατά συνέπεια, δεν υπήρχε αρκετός χρόνος για τις παρασκευάστριες εταιρείες προκειμένου να διεξάγουν κλινικές δοκιμές και να παρουσιάσουν άμεσα δεδομένα από δοκιμές σε ανθρώπους πριν από την έγκριση.

Εντούτοις, επιπλέον ερωτήματα εγείρει το γεγονός ότι νέες υποπαραλλαγές κερδίζουν επίσης έδαφος στις ΗΠΑ, ιδιαίτερα οι BQ.1 και BQ.1.1, που αντιπροσωπεύουν πλέον περίπου το 27% των νέων μολύνσεων. Δεν είναι σαφές πώς θα αποδώσουν τα διαθέσιμα επικαιροποιημένα εμβόλια έναντι αυτών των στελεχών, αλλά οι αξιωματούχοι υγείας αναμένουν ότι ο εμβολιασμός με τις ενισχυτικές δόσεις θα συνεχίσει να παρέχει προστασία, επειδή οι νέες υποπαραλλαγές προέρχονται από το στέλεχος BA.5.