Μενού
  • Α-
  • Α+

Λέγοντας Μεταβολικά Νοσήματα εννοούμε τις διαταραχές των διαδικασιών του μεταβολισμού, δηλαδή του συνόλου των βιοχημικών αντιδράσεων που πραγματοποιούνται στα κύτταρα του ανθρώπινου οργανισμού. Ο σακχαρώδης διαβήτης, η παχυσαρκία, η δυσλιπιδαιμία (δηλαδή οι διαταραχές των λιπιδίων του αίματος), και το λεγόμενο μεταβολικό σύνδρομο (που στην ουσία ορίζεται ως η συνύπαρξη 3 τουλάχιστον από τους παράγοντες αυτούς μαζί με αυξημένη αρτηριακή πίεση) συγκαταλέγονται στα συχνότερα Μεταβολικά Νοσήματα.

Τα Μεταβολικά Νοσήματα εμπεριέχουν στην παθογένειά τους κληρονομική προδιάθεση, υπάρχουν δηλαδή στις περισσότερες περιπτώσεις γονίδια, που κληρονομούνται από γενιά σε γενιά, και τα οποία αυξάνουν την επιρρέπεια προς τη νόσο. Όμως, η κληρονομική προδιάθεση, αφενός είναι πολύπλοκη και πολυγονιδιακή (δεν οφείλεται δηλαδή σε ένα μόνο γονίδιο αλλά σε περίπλοκους και εν πολλοίς ακόμα αδιευκρίνιστους συνδυασμούς γονιδίων, που ανέρχονται σε δεκάδες χιλιάδες), αφετέρου δεν αρκεί από μόνη της τις περισσότερες φορές για να οδηγήσει στην εμφάνιση της νόσου. Η εμφάνιση των νοσημάτων αυτών επηρεάζεται και από την επίδραση περιβαλλοντικών παραγόντων, δηλαδή του τρόπου ζωής μας. Το αυξημένο βάρος σώματος είναι ο σημαντικότερος παράγοντας κινδύνου που οδηγεί στα μεταβολικά νοσήματα.

Τα νοσήματα αυτά μπορούν να χαρακτηριστούν ως «μάστιγα της σύγχρονης εποχής», που χαρακτηρίζεται από την καθιστική ζωή και την πρόχειρη και συνήθως «κακή» (ανθυγιεινή) διατροφή. Τα ποσοστά των ανθρώπων με τα νοσήματα αυτά αυξάνουν συνεχώς στον δυτικό κόσμο και ήδη έχουν αρχίσει να φαίνονται τα αποτελέσματα της αύξησης αυτής, με την αλματώδη αύξηση του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 (τόσο σε συχνότητα όσο και στην εμφάνισή του σε όλο και μικρότερες ηλικίες) και την τεράστια αύξηση της παχυσαρκίας σε όλο τον πλανήτη. Είναι σίγουρο ότι τα επόμενα χρόνια όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα εμφανίσουν κάποια από τις ασθένειες αυτές, όπως ο διαβήτης, που τελικά οδηγούν στην αύξηση των μη-μολυσματικών νοσημάτων φθοράς, όπως λέγονται, δηλαδή τα καρδιαγγειακά νοσήματα (έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή ανεπάρκεια, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, περιφερική αρτηριοπάθεια στα κάτω άκρα).

Τα άτομα με μεταβολικό σύνδρομο έχουν τριπλάσιες πιθανότητες να πάθουν έμφραγμα ή εγκεφαλικό και διπλάσιες πιθανότητες να πεθάνουν από αυτό, σε σχέση με τα άτομα που δεν έχουν μεταβολικό σύνδρομο. Έχουν επίσης πενταπλάσιες πιθανότητες να νοσήσουν από τύπου 2 διαβήτη. Υπολογίζεται ότι περίπου το 80% των 537 εκατομμυρίων διαβητικών παγκοσμίως θα πεθάνει από καρδιαγγειακές νόσους, πράγμα το οποίο δεν είναι το ίδιο προβεβλημένο με άλλες νόσους που δεν θα προκαλέσουν τόσους θανάτους παγκοσμίως (π.χ. το AIDS). Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το μεταβολικό σύνδρομο και οι επιμέρους παράγοντες που το αποτελούν, μπορεί να προϋπάρχουν έως και 10 χρόνια πριν εμφανιστούν οι διαταραχές στο σάκχαρο. Ο διαβήτης τύπου 2 είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου και εξελίσσεται μέσα σε κάποιες δεκαετίες στα άτομα με μεταβολικό σύνδρομο. Κατά την έναρξη του διαβήτη, ήδη ένα σημαντικό ποσοστό έχει αρχίσει να αναπτύσσει καρδιαγγειακές αλλά και μικροαγγειακές επιπλοκές (δηλαδή βλάβες στα μάτια, τα νεφρά ή τα νεύρα του σώματος).

Η πρόληψη και αντιμετώπιση λοιπόν της παχυσαρκίας, με αλλαγή του τρόπου ζωής, με μεγαλύτερη εγκράτεια στην ποσότητα του φαγητού και με αύξηση της σωματικής δραστηριότητας στην καθημερινή ζωή είναι οι παράγοντες αυτοί που έχει βρεθεί ότι μειώνουν σημαντικότατα την εμφάνιση των νοσημάτων αυτών. Ιδιαίτερα στα άτομα με συγγενείς 1ου βαθμού με τέτοια νοσήματα (που κατά συνέπεια έχουν μεγάλη πιθανότητα να έχουν κληρονομήσει γονίδια επιρρεπή προς τα νοσήματα αυτά) είναι επιτακτική η ανάγκη για αποφυγή της παχυσαρκίας και εγκράτεια στον τρόπο ζωής τους. Τα φάρμακα που έχουμε στη διάθεσή μας για τη θεραπεία αυτών των νοσημάτων είναι σίγουρα βοηθητικά, αλλά δεν εξαλείφουν το πρόβλημα, απλά καθυστερούν ίσως τις επιπλοκές. Όσο, δε, αυξάνει η συχνότητα των νοσημάτων αυτών, στην ουσία «κυνηγάμε την ουρά μας», τρέχουμε δηλαδή να θεραπεύουμε μια συνεχώς αυξανόμενη επιβλαβή κατάσταση, αντί να την προλαβαίνουμε.

* Ο Κωνσταντίνος Μακρυλάκης, είναι Γ.Γ. Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας, Καθηγητής Παθολογίας-Μεταβολικών Νοσημάτων, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΓΝΑ Λαϊκό