Μενού
  • Α-
  • Α+

Τα θεμέλια της νέας εθνικής τουρκικής στρατηγικής έναντι της χώρας μας θεμελιώνει ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν την ώρα, που η πολιτική σε Αθήνα και Αγκυρα κινείται στους ρυθμούς προκήρυξης εκλογών. Η χρονική σύμπτωση της πρωτοφανούς κλιμάκωσης της τουρκικής επιθετικότητας με τις επικείμενες προεδρικές κάλπες στη γείτονα αποτελεί μία μεγάλη παγίδα στην κατεύθυνση εξαγωγής λανθασμένων συμπερασμάτων για τους αληθινούς σχεδιασμούς του τουρκικού καθεστώτος. Η άποψη, που εντάσσει τον παροξυσμό Ερντογάν αποκλειστικά εντός ενός προεκλογικού πλαισίου και κινήσεων με βασικό στόχο την πολιτική του επιβίωση, είναι το λιγότερο επισφαλής. 

Σε μία τέτοια προσέγγιση των εξαιρετικά επικίνδυνων πρόσφατων εξελίξεων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, θα έπρεπε θεωρητικά να αναμένουμε μία ουσιαστική αποκλιμάκωση της έντασης μετά το εκλογικό αποτέλεσμα στην περίπτωση, που ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κατάφερνε να επανεκλεγεί. Με την ίδια αναλυτική οπτική θα ήταν λογικό να προσβλέπουμε σε θεαματική αλλαγή των δεδομένων σε ενδεχόμενη νίκη της τουρκικής αντιπολίτευσης και επάνοδο των κεμαλιστών στην εξουσία ύστερα από 20 χρόνια. 

Μήπως όμως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι; Η τουρκική επιθετικότητα ήρθε για να μείνει όποιο και αν είναι το εκλογικό αποτέλεσμα στις προεδρικές εκλογές. Παρά τις σημαντικές αποτυχίες της εξωτερικής πολιτικής Ερντογάν λόγω προσωπικών εμμονών και νέο-οθωμανικής έπαρσης τόσο σε επίπεδο συμμαχιών όσο και σε επίπεδο απώλειας εξοπλιστικών προγραμμάτων, με αποκορύφωμα την αποπομπή από το πρόγραμμα των F-35, η απειλή προς τη χώρα μας όχι μόνο μεγεθύνθηκε αλλά πλέον τίθεται σε απόλυτα πραγματική βάση. 

Οι καθημερινές ταυτόχρονες μαζικές είσοδοι οπλισμένων τουρκικών μαχητικών στο Αιγαίο και οι σκληρές αερομαχίες, που ακολουθούν, παραπέμπουν σε πολεμικό σκηνικό, που στήνουν μεθοδικά οι Τούρκοι επιτελείς. Καθημερινές όμως είναι και οι ευθείες απειλές πολέμου, που εκτοξεύονται από την τουρκική πολιτική ηγεσία με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να αφήνει για τον εαυτό του την πιο ωμή απειλή, που έχει εκτοξευτεί έως σήμερα εις βάρος της Ελλάδας. Μετά δηλαδή από το, «θα έρθουμε ένα βράδυ», μπορεί να αποφασίσει ο ίδιος να πατήσει μια ωραία πρωία το κουμπί και να εξαπολύσει πυραυλικό χτύπημα κατά της Αθήνας, σύμφωνα με τη «γλαφυρή» περιγραφή του.  

Ο Ερντογάν λοιπόν πάει σε εκλογές ή σε πόλεμο με την Ελλάδα; Ή μήπως αντίστροφα, σε πόλεμο και μετά σε εκλογές;

Πρόκειται για απίστευτες δημόσιες τοποθετήσεις, που δεν έχει υιοθετήσει ούτε ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν ενώ βομβαρδίζει ανηλεώς το Κίεβο και την ουκρανική επικράτεια. Θα ήταν εθνικά επιζήμιο λάθος το ανθελληνικό «μένος» Ερντογάν να εκληφθεί από τις ελληνικές πολιτικές δυνάμεις αλλά και την ελληνική κοινωνία ως ένα προεκλογικό πυροτέχνημα, που θα σβήσει ως δια μαγείας όταν ανακοινωθούν τα εκλογικά αποτελέσματα στην Τουρκία. Ολες οι στρατηγικές κινήσεις, που συντελούνται δίπλα μας μαρτυρούν το ακριβώς αντίθετο. 

Η επέκταση του casus belli στην Κρήτη αποτελεί μία «θεσμική» αναβάθμιση της πάγιας πολεμικής εθνικής πολιτικής της Τουρκίας στις σχέσεις της με τη χώρα μας από τα μέσα της δεκαετίας του ΄90. Η διάταξη της τουρκικής πολεμικής μηχανής και η στόχευση της αμυντικής βιομηχανίας της Αγκυρας «δείχνουν» ξεκάθαρα την Ελλάδα. Τα μηνύματα αυτά έχουν γίνει πλέον αντιληπτά και από τις ξένες πρεσβείες στην τουρκική πρωτεύουσα και φιλοξενούνται χωρίς περιστροφές στα μεγαλύτερα μέσα ενημέρωσης των ΗΠΑ και της Ευρώπης.  

Ο Ερντογάν λοιπόν πάει σε εκλογές ή σε πόλεμο με την Ελλάδα; Ή μήπως αντίστροφα, σε πόλεμο και μετά σε εκλογές; Ή και τα δύο μαζί; Απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, που ενδεχομένως κάποιοι θα σπεύσουν να υποστηρίξουν ότι απλά «υπηρετούν» τις τουρκικές επιδιώξεις εκφοβισμού, δεν υπάρχει προς το παρόν. Η τάση των πραγμάτων όμως είναι απόλυτα ανησυχητική. Το ζήτημα όπως τίθεται σήμερα από τον Τούρκο πρόεδρο είναι πως εάν η Ελλάδα δεν αποδεχτεί να αποτελέσει κράτος-δορυφόρο της Αγκυρας θα υποστεί τις συνέπειες ενός πολέμου. 

Πρόκειται για ένα πλαίσιο, που όσο παρανοϊκό και αν ακούγεται, βρίσκει απόλυτα σύμφωνο όλο το τουρκικό πολιτικό σύστημα. Για το λόγο αυτό όποιο και εάν είναι το εκλογικό αποτέλεσμα στην Τουρκία ο πυρήνας της εθνικής στρατηγικής στα ελληνοτουρκικά όχι μόνο δε θα αλλάξει αλλά θα εκκινήσει από τις νέες ακραία επιθετικές βάσεις, που οικοδομεί κάθε μέρα ο Ερντογάν. Για το λόγο αυτό, η ύψιστη ετοιμότητα των Ενόπλων Δυνάμεων και η επαγρύπνηση της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας δε σταματά στις τουρκικές εκλογές αλλά ακριβώς αυτό το χρονικό σημείο θα πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία μιας αναθεωρημένης συνολικά εθνικής επιφυλακής απέναντι στην αναθεωρητική Τουρκία.