Μενού
  • Α-
  • Α+

23 Αυγούστου και η υπόθεση «Σάκο και Βαντσέτι» ακόμα στοιχειώνει τις δημοκρατικές Ηνωμένες Πολιτείες. Πώς έχει η ιστορία; Στις 15 Απριλίου του 1920, δύο ταμίες του εργοστασίου υποδημάτων «ΣΛΕΪΤΕΡ & ΜΟΡΙΛ», περπατούσαν στον κεντρικό δρόμο του Σάουθ Μπρέιντρι στην Πολιτεία της Μασαχουσέτης.

Διαβάστε επίσης: Γιατί η ηθοποιός Μέι Γουέστ, που γεννήθηκε μια μέρα σαν σήμερα 17 Αυγούστου, χαρακτηρίστηκε ως «η πιο επικίνδυνη γυναίκα του Χόλιγουντ»

Είχαν μαζί τους δύο μικρά χρηματοκιβώτια με 15.000 δολάρια. Λίγο πριν φθάσουν στο εργοστάσιο δέχτηκαν επίθεση από ένοπλους ληστές. Οι ληστές αφού σκότωσαν τους υπαλλήλους, τους πήραν τα χρηματοκιβώτια και εξαφανίστηκαν. Οι αυτόπτες μάρτυρες περιέγραψαν τους ληστές ως μετανάστες, πιθανότατα Ιταλούς και το αυτοκίνητο με το οποίο διέφυγαν, είπαν ότι ήταν μάρκας «Όβερλαντ». Έχοντας αυτά τα στοιχεία η αστυνομία βρήκε πως κάποιος Ιταλός, ονόματι Μπόντα, είχε αφήσει για επισκευή στο «Γκαράζ Τζόνσον» ένα παλιό «Οβερλαντ». Το γκαράζ τέθηκε υπό παρακολούθηση.

Είκοσι μέρες μετά τη ληστεία, ο Μπόντα με τρεις φίλους του πήγε να πάρει το αυτοκίνητο. Οι ύποπτοι που αντιλήφθηκαν ότι παρακολουθούνται, διέφυγαν. Η αστυνομία συνέλαβε τους τρεις ενώ ο Μπόντα κατάφερε να διαφύγει. Τον έναν απ' αυτούς, τον Ορτσιάνι, τον συνέλαβαν και την άλλη μέρα τον φυλάκισαν. Οι άλλοι δύο συνελήφθησαν σε ένα τραμ και οδηγήθηκαν στο αστυνομικό τμήμα. Τα ονόματά τους; Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι

Κάτι προσπαθούσαν να κρύψουν, αλλά...

Στην ανάκριση έπεσαν σε αντιφάσεις κι ήταν φανερό πως ήθελαν κάτι να κρύψουν. Για τον Μπόντα και τον Ορτσιάνι δήλωσαν πως δεν τους γνώριζαν… Στην κατοχή τους βρέθηκαν δύο περίστροφα. 

Ο Νικόλα Σάκο και ο Μπαρτολομέο Βαντσέτι ήταν Ιταλοί που μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πρώτη επαφή με τις ΗΠΑ ήταν τραυματική για τους νέους που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους. Στα απομνημονεύματά του, που έγραψε στη φυλακή, με τίτλο «Η ιστορία της ζωής ενός προλετάριου», ο Βαντσέτι γράφει: «Μέσα στη μαύρη απελπισία πήρα την απόφαση να φύγω από την Ιταλία και να πάω στην Αμερική. Στις 9 του Ιούνη του 1908 αποχαιρέτησα τα αγαπημένα μου πρόσωπα... Στο σταθμό υποδοχής μεταναστών δοκίμασα την πρώτη μου μεγάλη έκπληξη. Είδα τους υπεύθυνους υπαλλήλους να μεταχειρίζονται τους επιβάτες της Γ’ θέσης σαν ζώα». Ο Βαντσέτι ήταν φιλοσοφημένος και του άρεσε το διάβασμα. 

Ο Σάκο ήταν ειδικευμένος τσαγκάρης. Αντίθετα από τον Βαντσέτι, είχε δημιουργήσει οικογένεια: σύζυγο και δυο παιδιά. Οι Σάκο και ο Βαντσέτι ήταν αναρχικοί. Για την εποχή εκείνη, ανήκαν σ' ένα υπαρκτό ρεύμα μέσα στο εργατικό κίνημα που σε γενικές γραμμές επαγγελλόταν τον κομμουνισμό χωρίς όμως να αναγνωρίζει τη μεταβατική περίοδο όπου το κράτος της εργατικής τάξης είναι ιστορικά αναγκαίο. 

Αντικομμουνιστικό μένος

Την περίοδο που συνελήφθησαν ο Σάκο και ο Βαντσέτι ο αντικομμουνισμός στην Αμερική ήταν σχεδόν εμμονή! 

Λίγες ημέρες πριν τη σύλληψη, οι αρχές στη Νέα Υόρκη είχαν συλλάβει ένα φίλο των Σάκο και Βαντσέτι, τον Ιταλό τυπογράφο Αντρέα Σαλσέντο, τον οποίο κράτησαν παρανόμως για οκτώ εβδομάδες. Η συνέχεια ήταν τραγική. Είτε από απόγνωση - είτε γιατί τον έσπρωξαν, ο Σαλσέντο από τον 14ο όροφο βρέθηκε στο πεζοδρόμιο του υπουργείου Δικαιοσύνης και όπως ήταν φυσικό η αγανάκτηση των ξένων πολιτικοποιημένων εργατών - ιδιαίτερα των Ιταλών - έφτασε στο αποκορύφωμα. Οι Σάκο και Βαντσέτι άρχισαν να οργανώνουν συγκέντρωση διαμαρτυρίας γι' αυτό το ζήτημα, η οποία μάλιστα είχε οριστεί να γίνει στο Μπρόκτον στις 9 Μάη του 1920. Για τους σκοπούς της συγκέντρωσης (μετακινήσεις, προπαγάνδα κλπ) επιχείρησαν να πάρουν από το «Γκαράζ Τζόνσον» το αυτοκίνητο του Μπόντα και ακριβώς για τον ίδιο λόγο - για την περιφρούρηση της οργάνωσης της συγκέντρωσης - έπεσαν σε αντιφάσεις στην αστυνομία όταν τους συνέλαβε. Δεν ήθελαν να προδώσουν τους συντρόφους τους, ούτε και τις προετοιμασίες που γίνονταν. Στο πλαίσιο αυτής της συνωμοτικότητας πιθανόν δεν χρησιμοποίησαν και άλλοθι που στην πορεία τούς ήταν απαραίτητα για να αποδείξουν την αθωότητά τους. Όσο για το γεγονός ότι οπλοφορούσαν κατά τη σύλληψή τους, αυτό δεν ήταν καθόλου παράξενο για έναν μετανάστη εκείνη την εποχή στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο ρατσισμός ήταν πλατιά εξαπλωμένος, η ζωή του κινδύνευε και, φυσικά είχε δικαίωμα να αμυνθεί.

Οι ιδέες τους ήταν πιο «εγκληματικές»

Αρχικά η αστυνομία κατηγόρησε τους δύο φίλους για «επικίνδυνες ριζοσπαστικές δραστηριότητες» δεδομένου ότι βρήκε πάνω τους προκηρύξεις. Πολύ γρήγορα όμως τους συνέδεσε με τη ληστεία του Σάουθ Μπρέιντρι. Μάλιστα επιχειρήθηκε η σύνδεσή τους και με μια άλλη παρόμοια ληστεία που είχε γίνει τα Χριστούγεννα του 1919 στο Μπριτζγουότερ. Γι' αυτή την τελευταία ο Σάκο μπόρεσε εύκολα να αποδείξει πως είχε άλλοθι, αλλά ο Βαντσέτι, που ήταν πλανόδιος ιχθυοπώλης, δεν μπορούσε να αποδείξει κάθε στιγμή και ώρα πού βρισκόταν. Ο Σάκο απαλλάχτηκε για τη ληστεία στο Μπριτζγουότερ αλλά δεν μπόρεσε να αποδείξει την αθωότητά του για τη ληστεία του Σάουθ Μπρέιντρι. Τέλος, ο Βαντσέτι δεν μπορούσε να αποδείξει τίποτα και παραπέμφθηκε με την κατηγορία ότι συμμετείχε και στις δύο ληστείες. Η αστυνομία από την αρχή έκανε ό,τι μπορούσε για να χρεώσει τη ληστεία στους δύο Ιταλούς αναρχικούς. 

Στημένη δίκη με προκλητικούς δικαστές

Δικαστής των Σάκο και Βαντσέτι ορίστηκε ο Ουέμπστερ Θάγιερ, ένας φανατικός συντηρητικός. Ο εισαγγελέας Φρεντ Κάτσμαν ήταν το ίδιο με τον πρόεδρο. Οι δύο αυτοί Αμερικανοί δικαστικοί λειτουργοί είχαν καταδικάσει τον Βαντσέτι στην πρώτη δίκη για τη ληστεία που είχε γίνει τα Χριστούγεννα του 1919 στο Μπριτζγουότερ. 

Στη δίκη του Σάκο και του Βαντσέτι χρησιμοποιήθηκε μεταφραστής γιατί οι δύο κατηγορούμενοι δε μιλούσαν καλά την αγγλική γλώσσα. Όμως κι εδώ οι αρχές δεν άφησαν κανένα περιθώριο αμεροληψίας. Μεταφραστής ήταν κουμπάρος του εισαγγελέα. Ο Ρος ήταν τόσο μεροληπτικός στη διερμηνεία του σε βάρος των κατηγορουμένων που συχνά - πυκνά στη δίκη ο Σάκο γινόταν έξαλλος μαζί του αν και ήξερε λιγότερα αγγλικά από τον Βαντσέτι. Οταν αργότερα επιχειρήθηκε να εξεταστεί σε βάθος η αμεροληψία του Ρος ο «εντιμότατος» αυτός κύριος βρισκόταν στη φυλακή γιατί είχε πάρει χρήματα από Ιταλούς για να δωροδοκήσει Αμερικανούς υπαλλήλους.

Υπό αυτές τις συνθήκες έγινε η δίκη του Σάκο και του Βαντσέτι. Η δίκη άρχισε στις 31 Μαΐου του 1921. Οι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν εκεί αλυσοδεμένοι. Κατέθεσαν 107 μάρτυρες υπεράσπισης και 67 μάρτυρες κατηγορίας19. Οι περισσότεροι δασκαλεμένοι από την αστυνομία. Στις 14 Ιουλίου του 1921 βγήκε η απόφαση: Οι κατηγορούμενοι είχαν κριθεί ένοχοι. Η διεθνής αλληλεγγύη δεν μπόρεσε να αποτρέψει την ηλεκτρική καρέκλα. 

Παγκόσμια κινητοποίηση

Στην Ιταλία, στη Γαλλία, στην Ελβετία, στο Βέλγιο, στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στις Σκανδιναβικές χώρες, στη Σοβιετική Ένωση, στη Γερμανία, στην Ινδία, στην Άπω Ανατολή, στην Κεντρική και Νότιο Αμερική εκατομμύρια εργάτες ζητούσαν την απελευθέρωση των δύο Ιταλών αγωνιστών. Αλλά δεν ήταν μόνον αυτοί. Ενας εντυπωσιακός αριθμός διανοουμένων και συγγραφέων ανάμεσα στους οποίους η Ντόροθι Πάρκερ, ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σο και ο Τζον ΓκλασγουόρθιΑνατόλ Φρανς, ο Ρομέν Ρολάν, ο Αλμπερτ Αϊνστάιν υποστήριξαν την αθωότητα των δύο Ιταλών.

Η υπεράσπιση κατάφερε - επί της ουσίας - να τινάξει όλη τη σκευωρία στον αέρα. Απέδειξε ότι για να μπορέσει να στηριχθεί η καταδικαστική απόφαση δεν είχαν ληφθεί υπόψη στοιχεία. Αποκάλυψε τους στημένους μάρτυρες. Ορισμένοι μάλιστα από αυτούς αναίρεσαν τις αρχικές τους καταθέσεις που ενοχοποιούσαν τους δύο Ιταλούς. Η χαριστική βολή, όμως, ήρθε το φθινόπωρο του 1925, όταν ο Σελεστίνο Μαντέιρος, ένας νεαρός Πορτογάλος που ήταν στην ίδια φυλακή με τον Σάκο (καταδικασμένος σε θάνατο για ληστεία τράπεζας και φόνο), κατέθεσε πως συμμετείχε στη ληστεία του Σάουθ Μπρέιντρι κι ότι ο Σάκο και ο Βαντσέτι δεν είχαν καμία σχέση μ' αυτήν. Εντούτοις το καθεστώς δεν έλαβε τίποτα απ' όλα αυτά υπόψη. Από τον Οκτώβρη του 1921 έως τον Αύγουστο του 1927, έγιναν 7 αιτήσεις εκδίκασης εκ νέου της υπόθεσης και απορρίφθηκαν και οι επτά!

Έντεκα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα της 22 Αυγούστου του 1927, όταν το ημερολόγιο είχε περάσει στην 23η μέρα του μήνα, Ο Σάκο κάθισε στην ηλεκτρική καρέκλα. Εννέα λεπτά αργότερα, τον ακολούθησε και ο Βαντσέτι. 

Δικαίωση μετά θάνατον…

Τον Ιούλιο του 1977 οι αρμόδιες Αρχές της Πολιτείας της Μασαχουσέτης, εξετάζοντας την υπόθεση των δύο Ιταλών, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι «Οι Σάκο και Βαντσέτι κατεδικάσθησαν και εκτελέστηκαν αδίκως». Συνεστήθη μάλιστα στον τότε κυβερνήτη της Πολιτείας, τον ελληνικής καταγωγής Μάικ Δουκάκη, να προβεί σε μία δήλωση για το θέμα. Εκείνος το έπραξε. Αναγνώρισε την αθωότητα των δολοφονηθέντων και κήρυξε την Τρίτη 23 Αυγούστου 1977, την ημέρα δηλαδή που συμπληρώνονταν 50 χρόνια από το θάνατό τους: «Ημέρα Μνήμης των Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι». Δικαιώθηκαν μετά θάνατον! Κάτι είναι κι αυτό…