Διαβάζω τα αποχαιρετιστήρια μηνύματα για τον Δημήτρη Κόκοτα και νιώθω σαν η ψυχή του να αναπαύεται: «Καλό παιδί», «άξιος συνάδελφος», «υποστηρικτικος πατέρας», «ζεστός άνθρωπος», «πρόσχαρος», «ευγενικός με όλους», «απλός». Λέω με τη σκέψη μου πως κάτι τέτοιο θα τον ικανοποιούσε, πως αυτά θα έβλεπε για σημαντικά.
Τον είδα σε βίντεο να μιλάει για την πορεία του, τη διαφοροποίηση από τον πατέρα του, αλλά και τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο δικό του θέλω και εκείνου, δείγμα σεβασμού στο πρόσωπό του, τις επιτυχίες που του έγραψε ο Φοίβος, αλλά και το πώς έμεινε μακριά από την αδηφάγα τηλεόραση με κόστος επαγγελματικό.
Και κάπου στο μεγάλο καζάνι των social media τον είδα σε εικόνα από DCR να κάνει πρόβες με την ορχήστρα του, ένα καλοκαίρι παλιό, φορώντας ένα κίτρινο σορτσάκι και να φροντίζει όλα να είναι τέλεια. Σκέφτομαι άραγε βγάζουν το ίδιο νόημα για όλους μας αυτές οι διάσπαρτες εικόνες;
Όταν έκανε τον πρώτο του χρυσό δίσκο το 1994, ο Δημήτρης Κόκοτας ήταν 26 ετών. 30.000 χιλιάδες πωλήσεις, σε έναν κόσμο χωρίς διαφήμιση στο διαδίκτυο, χωρίς Youtube και Spotify, views και streamings, μόνο η παντοδύναμη -τότε- τηλεόραση με τις πρωινές εκπομπές και τα σόου, το ραδιόφωνο που ακόμα διατηρούσε την αθωότητα τα τραγούδια να είναι επιλογές, τα περιοδικά και οι εφημερίδες. Μια πρόσβαση στην πληροφορία λιγοστή, αλλά ισχυρή. Ο δεύτερος δίσκος του έγινε πλατινένιος με 60.000 πωλήσεις και ο τρίτος επίσης, ξεπερνώντας τα 80.000 αντίτυπα.
Διαβάστε ακόμα: «Ανεμώνα»: Η ιστορία πίσω από το ζεϊμπέκικο του Δημήτρη Κόκοτα που παραλίγο να μην ακούγαμε
Θα μπορούσε να είναι αλαζόνας και επηρμένος με αυτά τα μεγέθη. Αλλά δεν ήταν. Κι ας ακούγονταν τα τραγούδια του παντού. Κι ας έμπαινε ως αφίσα κάπου στο μέσο του περιοδικού «Σούπερ Κατερίνα», του «Ποπ Κορν» ή του «Αφισόραμα» κι έπειτα σε ντουλάπες και τοίχους των κοριτσιών των 90s.

Και κάπου κάποτε μπορεί να παλεύαμε κι εμείς ένα ολόκληρο καλοκαίρι να κάνουμε χορογραφία την «Πορσελάνη» του για να χορέψουμε στη χαρά αγαπημένων μας προσώπων ή να πείσαμε τους γονείς μας να μας συνοδεύσουν σε ένα νυχτερινό club της επαρχίας -κατόρθωμα στα περιορισμένα 90s- για να τον ακούσουμε από κοντά, κι άλλα συναρπαστικά της εποχής.
Κι όμως εκείνος κινούνταν στον χώρο ως σαν να μην του ανήκει τελικά, με μια πηγαία συστολή, δείγμα του ήθους του. Ο Δημήτρης Κόκοτας ήταν εκείνος που αν σε έβλεπε ένα πρωί στο πάρκινγκ, θα σε καλημέριζε με χαμόγελο χωρίς να σε ξέρει. Ήταν το καλό παιδί που θα θέλαμε για φίλο μας, γιατί δεν είχε νύχτα πάνω του και τα τραγούδια του ήταν το soundtrack μιας εποχής της ζωής μας καλά φυλαγμένης. Κι εκείνος με αυτό το διακριτικό «αντίο» πάτησε ξανά το play κι άρχισε να ξεκολλά ευγενικά τις αφίσες του απο τους τοίχους των εφηβικών μας δωματίων.
- «Ο Παύλος Γιαννακόπουλος μου έδωσε πουρμπουάρ 5.000 δραχμές»: Ο κ. Μιχάλης αφήνει την εστίαση μετά από 46 χρόνια
- Τα απάνθρωπα βασανιστήρια και η άγρια δολοφονία του μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου
- Καιρός: «Φούρνος» η χώρα από Κυριακή με 42άρια και ανέμους 8 μποφόρ - Πότε κορυφώνεται το διήμερο «φωτιά»
- Οικονόμου: Συνεχίζει την πλάκα με το βραχιόλι - Έδωσε πράσινο στον Πιτταρά «για την πρόκριση του Παναθηναϊκού»
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.