Ένας βουτηγμένος μέσα στο χώμα και τη σκόνη Τζέσι Πλίμονς (Τέντι) και μία υπέρλαμπρη Έμα Στόουν (Μισέλ) είναι οι πρωταγωνιστές της νέας ταινίας του Γιώργου Λάνθιμου που έκανε πρεμιέρα χθες και στη χώρα μας, στην έναρξη των 31ων Νυχτών Πρεμιέρας που γιορτάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.
Στην “Bugonia” ο Γιώργος Λάνθιμος αποφάσισε να κάνει κάτι τολμηρό πλέοντας όμως στα ασφαλή νερά της μαύρης κωμωδίας: Να κάνει το remake της κορεατικής cult ταινίας “Save the Green Planet” βάζοντας φυσικά την υπόθεση σε πιο κοντινά στο 2025 μονοπάτια. Και το πείραμα ήταν απόλυτα επιτυχημένο.
Στη βάση της κωμωδίας αυτής ο Γιώργος Λάνθιμος προμηνύει το τέλος του κόσμου μας και ταυτόχρονα αναρωτιέται κατά πόσο αξίζει στην ανθρωπότητα να σωθεί. Αυτή το ερώτημα το βγάζει μέσα από το διχαστικό δίλημμα μία λευκής, πάμπλουτης CEO από τη μία και ενός ψεκασμένου, παρανοϊκού και τελείως απομονωμένου ανθρώπου της εργατιάς από την άλλη.
Η κυρίως πλοκή ξεκινάει όταν o δεύτερος απαγάγει με έναν τελείως ατσούμπαλο τρόπο τη δεύτερη. Ο λόγος που το κάνει αυτό είναι η βαθιά πεποίθησή του ότι απέναντί του έχει μία εξωγήινη ύπαρξη, μέλος της υψηλότερης κάστας των Ανδρομέδιων, οι οποίοι έχουν σκλαβώσει την ανθρωπότητα.
Δύο άνθρωποι και δύο διαφορετικοί κόσμοι
Η αλληλεπίδραση των δύο τελείως διαφορετικών κόσμων που αντιπροσωπεύουν αυτοί οι δύο γεννάει κωμωδία με το κιλό. Σε αυτό βοηθάνε φυσικά και οι φανταστικές ερμηνείες και των Εμα Στόουν και Τζέσι Πλίμονς αλλά φυσικά και η σκηνοθετική επιλογή του Λάνθιμου με μία διαρκή χρήση μεταξύ high angle και low angle shots, ανάλογα με το πώς ανατρέπονται οι σχέσεις εξουσίας μεταξύ τους.
Η ταξική διάσταση είναι φυσικά πανταχού παρούσα. Ο κόσμος δεν χωρίζεται από μόνος του στα δύο. Χωρίζεται επειδή δημιουργείται ένα χάος μεταξύ corporate κόσμου και εργατών. Με έναν πανέξυπνο τρόπο, αυτή η συνθήκη περιγράφεται μέσα από μία ντοκιμαντερίστικη έναρξη που μιλάει για τις μέλισσες.
Στη βάση έρχεται το CCD, μία διαταραχή στον τρόπου που λειτουργούν τα οικοσυστήματα των μελισσιών, η οποία έχει ένα καταστροφικό αποτέλεσμα για τον πλανήτη. Το πρόβλημα γεννιέται από τη στιγμή που οι εργάτριες μέλισσες εγκαταλείπουν τα μελίσσια τους, με αποτέλεσμα η βασίλισσα να μένει ουσιαστικά μόνη και τα οικοσυστήματα να καταστρέφονται.

To περιβάλλον δεν καταστρέφεται από μόνο του. Καταστρέφεται μέσα από την κοινωνική αποσύνθεση του κυρίαρχου είδους.
Η μεταφορά είναι φανερή. Το χάσμα εργατικής τάξης και corporate κόσμου, με την πρώτη να εγκαταλείπει σωρηδόν τις κοινές συνισταμένες που επιβάλλουν οι άρχουσες τάξεις χωρίς όμως να πηγαίνουν σε κάτι δημιουργικό αλλά μάλλον σε κάτι καταστροφικό.
Η προβολή της δικής μας εκδοχής του τέλους του κόσμου συνδέεται άμεσα με τη διάλυση κάθε καθεστώτος αλήθειας. Ούτε αυτό όμως είναι τυχαίο. Αποτελεί ένα άμεσο αποτέλεσμα του ολοένα και μεγαλύτερου χάσματος μεταξύ των τάξεων.
Στο μεγαλύτερο μέρος της η ταινία γεννάει κωμωδία μέσα από την συνύπαρξη δύο ανθρώπων που βρίσκονται σε απολύτως διαχωρισμένες φιάλες ζώντας ο καθένας στη δική του απόλυτη αλήθεια, σε τέτοιον βαθμό που μοιάζει αδύνατη οποιαδήποτε συζήτηση μεταξύ τους.
Πηγαίνοντας ένα βήμα πιο πέρα, η Έμα Στόουν χρησιμοποιεί τη γλώσσα και την αυτοπεποίθηση της προοδευτικής (και μάλλον προνομιούχας) μορφωμένης λευκής τάξης που οικοδομείται σε corporate περιβάλλοντα. Ο Πλίμονς από την άλλη, αναπαράγει μία αντισυστημική γλώσσα η οποία φτάνει στα διαγαλαξιακά άκρα όταν καταλαβαίνει ότι ο πιο γήινος αριστερός ή δεξιός ακτιβισμός δεν μπορεί να του προσφέρει τίποτα.
Στην εικόνα της ξυρισμένης Έμα Στόουν μπορείς να ψάξεις αναφορές που ξεκινούν από τη Ζαν Ντ’Αρκ και φτάνουν μέχρι και σε απεικονίσεις του Δράκουλα. Από την άλλη, ο Πλίμονς με την ευγενική του φυσιογνωμία και τα σορτσάκια του θυμίζει έφηβο που βάζει την επίσημη ενδυμασία του μόνο όταν στέκεται απέναντι σε εκείνη. Σαν να ωριμάζει από την αποκάλυψη της αλήθειας.
Ανάμεσα τους, ο Ντον (Άινταν Ντέμπρις), ξάδερφος του Τέντι του οποίου η συνήθως σιωπηλή παρουσία στον χώρο κάνει τους δύο main characters να μοιάζουν ακόμα περισσότερο με villains ή τέλος πάντων παράφρονες.
Ο Λάνθιμος διάβασε εντυπωσιακά τον πλανήτη
Σε κάθε περίπτωση, η ταινία γεννάει μερικές πραγματικά αστείες στιγμές, άλλες φορές αγγίζοντας τα όρια του σλάπστικ (πάντα πρόσφορο σε αφήγησεις που αφορούν εξουσιαστικές σχέσεις) αλλά και την αισθητική των b-movies. Φυσικά σε αυτό βοηθά και η παρουσία του εκπληκτικού Γουίλ Τρέισι στο σενάριο. Μιλάμε για τον άνθρωπο πίσω από το Succession.
Είναι τρομακτικά ευτυχές το γεγονός ότι ολοένα και περισσότεροι δημιουργοί φεύγουν από ένα POV που μοιάζει με αυτό που θα είχε ο κόσμος της Μισέλ (πράγμα λογικό αν σκεφτεί κανείς τους κύκλους που κινούνται συνήθως) και πηγαίνει σε μία από τα μακριά ανάγνωση της πραγματικότητας που είναι πολύ πιο έγκυρη και βοηθητική.
Το ερώτημα που τίθεται βέβαια μετά την εκλογή του Τραμπ είναι αν συνεχίζει ο corporate κόσμος να υιοθετεί προοδευτικούς λόγους. Ο κόσμος μας όμως αλλάζει πολύ γρηγορότερα από όσο διαρκούν τα γυρίσματα μίας χολιγουντιανής ταινίας.
Σε κάθε περίπτωση όμως, αυτή η εμβριθής ανάλυση των συνθηκών του ύστερου καπιταλισμού είναι και η δύναμη αυτής της ταινίας. Οι Λάνθιμος και Τρέισι δεν έκαναν μία ταινία απλώς για να πουν κάτι. Ήξεραν ακριβώς τι ήθελαν να πουν.
Στα συν της ταινίας το εκπληκτικό τέλος της (για το οποίο δεν θα μαρτυρήσω) που, προσωπικά τουλάχιστον, μου δημιούργησε με έναν παράδοξο τρόπο μία μαγική συναισθηματική στιγμή μίας εκπληκτικά δοσμένης αγάπης για τον άνθρωπο. Kρίμα που από αυτή τη σεκάνς έλειπε η Ακρόπολη…
- Φωτιά στη μπισκοτοβιομηχανία στα Τρίκαλα: Εντοπίστηκαν τρεις νεκροί - «Έγινε φοβερή έκρηξη»
- Η θεωρία συνωμοσίας για τον... κορονοϊό που συνδέθηκε με τον θάνατο του Κόμπι Μπράιαντ
- Καιρός: Βροχές και καταιγίδες μέχρι το μεσημέρι στην Αττική και θυελλώδεις άνεμοι
- Σία Κοσιώνη: Τα νεότερα για την κατάσταση της υγείας της - «Δεν υπάρχει κάποιος κίνδυνος»
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.