Αυτή η ασπρόμαυρη φωτογραφία με τους Τάσο Λειβαδίτη και Γιάννη Ρίτσο μισοξαπλωμένοι - μισοκαθιστοί, μισοσκεπτικοί - μισοχαμογελαστοί, να διαβάζουν ένα βιβλίο στην εξορία του Άη Στράτη «κρύβει» μέσα της τη μετεμφυλιακή ιστορία της Ελλάδας.
Άνθρωποι του πνεύματος, που αποτύπωναν στο χαρτί τις αγωνίες και τους έρωτες των ανθρώπων βρέθηκαν εξόριστοι – όχι επειδή έκαναν κάτι – αλλά επειδή οι έχοντες την εξουσία δεν τους συγχώρησαν ποτέ ότι πάλεψαν για την ελευθερία της χώρας στα μαύρα χρόνια της κατοχής.
Ειδικά ο Τάσος Λειβαδίτης συνελήφθη και φυλακίστηκε επειδή ως ΕΠΟΝιτης συμμετείχε σε ομάδα που διοργάνωνε... εράνους!
Οι δυο τους συναντήθηκαν στον Άη Στράτη η φιλία τους ατσαλώθηκε μέσα στις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης και στέρησης της προσωπικής ελευθερίας.
Όταν μία ημέρα σαν σήμερα, στις 30 Οκτωβρίου 1988, ο Τάσος Λειβαδίτης έφυγε από τη ζωή ο Ρίτσος ένιωσε πως έχασε ένα κομμάτι του. Ένα χρόνο αργότερα έγραψε για εκείνον ένα από τα σπαρακτικότερα «αντίο» που έχουν γραφτεί ποτέ.
«Από καιρό τους περίμενες με δέος. Και ήρθαν.
Ήρθαν οι νεκροί σου και σε πήραν
μες στο νυχτερινό ψιλόβροχο. Στάθηκες λίγο
με βρεγμένα μαλλιά, με βρεγμένο σακάκι
κάτω απ’ το φανοστάτη της πλατείας Μεταξουργείου
ακούγοντας απ’ τις ταβέρνες τις φωνές των μεθυσμένων,
και τα παλιά λαϊκά τραγούδια που ’χες αγαπήσει,
και πιο μακριά τα επαναστατικά συνθήματα των
απεργών οικοδόμων,
ήσυχος επιτέλους, ολότελα κρυμμένος
στη σκιά της μεγάλης εκείνης σημαίας
που ’χε υψώσει αλαλάζοντας ο λαός. Τώρα
αποκοιμήθηκες σ’ ένα βαθύ χαμόγελο, γνωρίζοντας
πως οι νεκροί δε γερνούν πια, δεν διαψεύδονται
κι ούτε πεθαίνουν.
Όμως την πίκρα τη δική μας ποιος θα τη λογαριάσει
έτσι που μείναμε έρημοι μπροστά στην πιο κλεισμένη πόρτα»;
«Είμαστε εμείς που δεν έχουμε τίποτα κι ερχόμαστε να πάρουμε τον κόσμο…»
Ο Τάσος Λειβαδίτης γεννήθηκε βράδυ. Και δε θα μπορούσε να γεννηθεί σε καταλληλότερο βράδυ. Ήταν το βράδυ της Ανάστασης, στις 20 Απριλίου 1922. Γιος του Αρκά εμπόρου Λύσανδρου Λειβαδίτη και της Αθηναίας Βασιλικής Κοντοπούλου. Είχε τέσσερα μεγαλύτερα αδέλφια, μια αδελφή και τρεις αδελφούς. Αδελφός του ήταν ο σπουδαίος ηθοποιός της επιθεώρησης Αλέκος Λειβαδίτης.
Σπούδασε στη Νομική αλλά ουσιαστικά αυτό που πάντα ήθελε ήταν να αφιερωθεί στην ποίηση. Καθόλου τυχαία, άλλωστε, εν μέσω της ναζιστικής κατοχής ο Λειβαδίτης ήταν από τα ιδρυτικά στελέχη της Ένωσης Νέων Ελλήνων Λογοτεχνών.
Το 1946 νυμφεύτηκε τη Μαρία Στούπα, παιδική του φίλη και πολύτιμη σύντροφο σε ολόκληρη τη ζωή του, με την οποία απέκτησε μία κόρη, τη Βάσω. Για την αγαπημένη του Μαρία θα γράψει το «Ερωτικό» το οποίο είναι από τα λίγα ποιήματα που υπάρχουν ηχογραφημένα σε απαγγελία του ίδιου του ποιητή. Δεν είναι τυχαίο που ο Λειβαδίτης αποκλήθηκε «ποιητής του Έρωτα και της Επανάστασης».
Εκείνη τη χρονιά, το 1946, πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία με το ποίημα «Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα». Το 1952 εκδόθηκαν οι ποιητικές του συλλογές «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας». Ακολούθησαν οι ποιητικές συλλογές «Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο» (1956) και «Συμφωνία αρ. 1» (1957).
Για πολλούς μελετητές του έργου του, ο Λειβαδίτης έφτασε στην κορυφή της δημιουργικότητάς του με τη συλλογή «Οι γυναίκες με τ’ αλογίσια μάτια» (1958) που θεωρείται ορόσημο της πορείας του στα ελληνικά γράμματα. Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν χειρόγραφα ανέκδοτα ποιήματά του με τον τίτλο «Χειρόγραφα του Φθινοπώρου».
Ο Τάσος Λειβαδίτης άφησε την τελευταία του πνοή στην Αθήνα, μια ημέρα σαν σήμερα, πριν από 35 χρόνια, στις 30 Οκτωβρίου 1988 από ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Οι γιατροί τον υπέβαλαν σε δυο χειρουργικές επεμβάσεις προκειμένου να αποτρέψουν το μοιραίο αλλά δεν τα κατάφεραν.
«Γράφω για εκείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν...»
Η ποίηση του Λειβαδίτη θα μπορούσε να χωριστεί σε δυο μέρη. Το ένα είναι το αισιόδοξο. Αυτό που προέκυψε μέσα από τα όνειρα, την τρυφερότητα και την συμπόνια για μια κοινωνία σοσιαλιστική. Το άλλο είναι μια σπαρακτική κραυγή που προκλήθηκε από την ήττα της ελπίδας και το θάνατο των προσδοκιών για ένα καλύτερο κόσμο.
Ο «πολιτικός» Τάσος Λειβαδίτης «γεννήθηκε» μέσα από την αντίσταση. Ήταν φοιτητής στη Νομική το 1940. Οι σπουδές του διακόπηκαν από την κατοχή. Οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ και πέρασε στην αντίσταση. Κυρίως διοργάνωνε εράνους και έκανε πολιτιστικές εκδηλώσεις. Συνελήφθη και φυλακίστηκε στα Δεκεμβριανά. Δεν πολέμησε στη μάχη της Αθήνας αλλά αυτό μικρή σημασία είχε για τους διώκτες του. Απελευθερώθηκε μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Σαν «σταμπαρισμένος» κομμουνιστής οι διώξεις ήταν συνεχείς.
Τον Ιούνιο του 1948 συνελήφθη και εξορίστηκε στο Μούδρο. Από εκεί μεταφέρθηκε στη Μακρόνησο. Του ζήτησαν να γίνει δηλωσίας προκειμένου να κερδίσει την ελευθερία τους. Εκείνος αρνήθηκε και τιμωρητικά αρχικά μεταφέρθηκε στον Άη Στράτη και από εκεί στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα. Το 1951 αποφυλακίστηκε.
Κατά τη διάρκεια της εξορίας του έγραψε το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου», το οποίο θεωρήθηκε «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κατασχέθηκε. Τελικά, το δικαστήριο τον απάλλαξε λόγω... αμφιβολιών.
Στην ταραγμένη δεκαετία του 1960 ο Λειβαδίτης συνέχισε να υπηρετεί το όνειρο για έναν κόσμο δίκαιο. Συμμετέχει σε συναυλίες του Μίκη Θεοδωράκη όπου ανάμεσα στα τραγούδια του μεγάλου μουσικοσυνθέτη, εκείνος απαγγέλει ποιήματά του και συνομιλεί με το κοινό. Σε μια συναυλία στη Βέροια, παρακρατικοί εκμεταλλεύτηκαν αυτές τις συνομιλίες για να του επιτεθούν και να τον ξυλοκοπήσουν. Εκείνος, όμως, δε σταμάτησε να κάνει αυτό που πιστεύει.
Το 1961 μαζί με τον Κώστα Κοτζιά γράφουν το σενάριο της συγκλονιστικής ταινίας του Αλέκου Αλεξανδράκη «Συνοικία το Όνειρο». Ο Λειβαδίτης γράφει και τους στίχους των τραγουδιών που ακούστηκαν σε μουσική του Θεοδωράκη. Κορυφαία στιγμή το «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» που ερμήνευσε μοναδικά ο σερ του ελληνικού τραγουδιού, Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Στην ίδια ταινία ακούστηκαν επίσης και τα τραγούδια «Σαββατόβραδο» και «Δραπετσώνα», που στιγμάτισαν την προδικτατορική περίοδο.
Κατά τη διάρκεια της χούντας ο Λειβαδίτης ως χαρακτηρισμένος κομμουνιστής δεν είχε πολλές ελπίδες. Έμεινε άνεργος και προκειμένου να καταφέρει να ζήσει έκανε με μεταφράσεις και διασκευές λογοτεχνικών έργων σε περιοδικά ποικίλης ύλης, όπως το «Φαντάζιο» με το ψευδώνυμο Pόκκος!
Τα άγνωστα «αγγράμματα γράμματα»
Εκτός από ποιητής, ωστόσο, ο Λειβαδίτης ήταν και ένας άνθρωπος που πάλεψε για να διατηρήσει ζωντανή την ιστορική μνήμη. Και τα κατάφερε. Σε πολλούς - ίσως στους περισσότερους - είναι άγνωστο ότι ο σπουδαίος ποιητής μέσα από το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» (τεύχος 105, Σεπτέμβριος του 1963), παρουσίασε γράμματα προς τους πολιτικούς κρατούμενους, τα οποία ο ίδιος κατάφερε να διασώσει.
«Ποια δικαιοσύνη, ποια ευαισθησία, ποια ανθρώπινα μέτρα μπορούν να λογαριάσουν σωστά όλη αυτήν την στέρηση, όλο αυτόν τον χωρισμό, όλη αυτή την απαντοχή. Ποιοι καταστατικοί χάρτες, ποιοι νόμοι, ποια ευαγγέλια μπορούν να σταθούν αντίκρυ σε τούτα τα απλοϊκά, τα μαραμένα, τα αγράμματα γράμματα, που δεν αποτελούν μόνο μια μικρή μαρτυρία απ’ τη μεγάλη σύγχρονη Κόλαση, μα ορθώνονται σα μνημεία της ψυχής του λαού μας και σαν Κώδικες μιας νέας ανθρώπινης συμπεριφοράς [...] Με τέτοιες προσφορές είναι που ανανεώνεται η ανθρώπινη ιστορία», έγραφε μεταξύ, άλλων στο εισαγωγικό του σημείωμα.
Ένα από αυτά τα γράμματα που διέσωσε ο Τάσος Λειβαδίτης είναι και αυτό που ακολουθεί. Ένα γράμμα που έστειλε μια μητέρα στον εξόριστο γιο της:
«Αγαπημένο μου παιδί, σε φιλώ γλυκά
Βρίσκομαι ήλιε που με πυρώνεις, μέσα στο κρεββάτι, με δέρνουν οι πόνοι του καρκίνου, οι πόνοι των καημών του πατέρα σου, των αδελφών σου, που όλους τους σκότωσαν οι Γερμανοί και οι φίλοι των Γερμανών στις φυλακές. Όλα αυτά τα ξέρεις, όμως σου τα γράφω για να ξεσπάσω λίγο. Μην στενοχωριέσαι σπλάχνο μου για όσα σου γράφω. Εγώ τώρα θα πεθάνω. Θα παλαίψω όμως ακόμα όσο μπορώ με το θάνατο για να μπορέσω να σε βοηθήσω όσο βρίσκεσαι στη φυλακή…Μόνο γι’ αυτό στενοχωρούμαι πως αν πεθάνω δεν θα έχεις κανέναν άλλον στον κόσμο να σε προσέξει. Μόνο γι’ αυτό με νοιάζει.
Παιδί μου, πότε θα έλθης. Ήθελα ήλιε μου, να σε δω μόνο και αμέσως να πεθάνω. Μα δεν χόρτασαν οι άνθρωποι με τόσους που μας σκότωσαν; Δε βαρέθηκαν που σε κρατούν 16 χρόνια στη φυλακή; Μα τι κακό κάναμε εμείς στην κοινωνία; Ό,τι πιο καλό είχα το έδωσα γι’ αυτήν την κοινωνία. Τα παιδιά μου, τα πάντα τη ζωή μου, γιατί αυτό δεν το αναγνωρίζουν οι άνθρωποι; Ας είναι καλά.
Εγώ σπλάχνο μου στενοχωρούμαι, που δεν μπορώ να πηγαίνω τώρα στα νεκροταφεία, στον πατέρα σου, τον Αριστοτέλη μας, στο Διονύση μας και να τους πηγαίνω λίγα λουλούδια και να τους λέγω ότι πήρα γράμμα σου, ότι ο Γιώργος μας βρίσκεται συνέχεια στη φυλακή. Να αυτά τους λέω. Τι άλλο μπορούσα να κουβεντιάσω με τα αξέχαστα αδέλφια σου; Μη στενοχωρείσαι ήλιε μου.
Πρέπει να ζήσης εσύ που απόμεινες από τη φαμελιά μας. Κάνε υπομονή και να μάθης ότι πέθανα μη στενοχωρηθής μην απελπιστείς, ν’ αντιμετωπίσεις το θάνατό μου όπως αντιμετώπισες και τους άλλους και όλες τις φουρτούνες. Βλέπε εμένα που έχω περάσει όλα τα κακά και είμαι 70 χρονών και πάλι πιάνω το χέρι του χάρου να μη με πάρει. Αγαπάω τη ζωή. Θέλω να σε δω, να σου χαϊδέψω τα χέρια, να νοιώσω κι’ εγώ τη συντροφιά σου, να ζω 20 χρόνια χωρίς παιδιά, χωρίς καμμιά συντροφιά…
Ήλιε μου, θα σε περιμένω μήπως βαρεθούν οι άνθρωποι και σε αφήσουν, να σε δω, μα δεν πιστεύω. Κι’ αν δεν σε αφήσουν, εσύ μην κάνεις ποτές κακό σε κανένα.
Ήλιε μου που με πυρώνεις, μην μου στενοχωριέσαι και μπορεί να βγης. Εγώ θα σε περιμένω και θα κάνω ό,τι μπορώ για να ζήσω.
Σε φιλώ σπλάχνο μου πολλές φορές.
Τώρα θα θέλεις και λεπτά και ας μη μου το γράφεις. Όμως δεν έχω.
Σε φιλώ η μανούλα σου».
- Τραγωδία στα Τρίκαλα: Η μειωμένη βάρδια, το διάλειμμα των πέντε και η μακάβρια διαδικασία ταυτοποίησης
- Πίσω από κάθε νεκρό σε χώρο εργασίας, υπάρχει μια κοινή αλήθεια
- Πότε και πού θα «χτυπήσουν» δύο νέα κύματα κακοκαιρίας: Τι θα γίνει στην Αττική - Ανεβαίνει η θερμοκρασία
- Ιωάννα Τούνη για revenge porn: «Ντρέπεται και η ντροπή - Ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι έχει στραβισμό»
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.