Στις τελευταίες ημέρες της ζωή του, ο Γιάννης Ρίτσος ήταν... δύο άνθρωποι. Ο ένας είχε πλήρη διαύγεια, πνευματικά έδειχνε άτρωτος. Πανίσχυρος.
Αντίθετα, ωστόσο, το σώμα του τον είχε εγκαταλείψει. Και εκείνος ήταν μελαγχολικός. Δύσκολα έβαζε μία μπουκιά στο στόμα του. Είχε καταλάβει και ο ίδιος πως το τέλος ήταν πιο κοντά απ' ότι θα ήθελε.
Ακόμα και κάτω από αυτή τη συνθήκη, ωστόσο, ο Γιάννης Ρίτσος, ο ποιητής της Ρωμιοσύνης, όρθωνε το ανάστημα του και προσπαθούσε να προετοιμαστεί τόσο ο ίδιος όσο και να προετοιμάσει τους δικούς του ανθρώπους.
«Η Φαλίτσα, σύζυγος του Ρίτσου, είχε κατέβει να μιλήσει με τους γιατρούς.
- ''Μείνε λίγο, θα γυρίσω γρήγορα'', είπε. Αμέσως πήγα κοντά του και τον ρώτησα:
- ''Πώς αισθάνεσαι; Φοβάσαι; Λυπάσαι; Μπορούμε να κάνουμε κάτι;''.
Εκείνος, απάντησε με ήρεμη και σταθερή φωνή:
'' Να καταλάβετε ότι δεν θέλω να ζήσω άλλο. Ως εδώ ήταν. Δεν λυπάμαι και δεν φοβάμαι. Το έργο μου θα μείνει για πάντα. Θα είμαι κοντά στους ανθρώπους για πάντα''. Πίστευε πολύ σε αυτή την αιωνιότητα. Ήταν σαν να είχε νικήσει το θάνατο.
''Αυτή ήταν η ζωή μου», συνέχισε. «Έδωσα και πήρα πολλά. Τώρα δεν παίρνω πια. Ούτε δίνω. Ήρθε η ώρα να φύγω''».
Η φίλη του, Ρούλα Κακλαμανάκη, περιέγραψε στο βιβλίο της, «Γιάννης Ρίτσος, η ζωή και το έργο του», κάποιες από τις τελευταίες στιγμές του ποιητή όπως τις βίωσε κοντά του στο νοσοκομείο.
Τελικά, εκείνη την ημέρα οι γιατροί αποφάσισαν να δώσουν εξιτήριο στο Ρίτσο.
- «Δεν γίνεται τίποτα, μου είπαν οι γιατροί. Γι’αυτό φεύγουμε. Είναι ζήτημα ημερών», εξομολογήθηκε η σύζυγος του ποιητή, στην Ρούλα Κακλαμανάκη.
«Κάποτε θ’ ανταμώσουμε στους λόφους του ήλιου. Μην ξεχνάς. Περπάτα».
Ο Ρίτσος γεννήθηκε την πρωτομαγιά του 1909. Πιθανότατα δεν υπήρχε πιο ταιριαστή μέρα να γεννηθεί ένας άνθρωπος σαν τον Ρίτσο. Αν και η ζωή του ξεκίνησε μέσα στις καλύτερες συνθήκες αφού οικονομικό πρόβλημα δεν αντιμετώπισε ποτέ η οικογένεια του, η πτώχευση του πατέρα (όταν ο Ρίτσος ήταν ακόμα στο Γυμνάσιο) ανάγκασε τον νεαρό τότε Γιάννη να εργαστεί για τα προς το ζην.
Τον Ιανουάριο του 1927 πέρασε μια περιπέτεια υγείας η οποία, ωστόσο, του άλλαξε τη ζωή. Νοσηλεύτηκε στην κλινική Παπαδημητρίου και τον επόμενο μήνα στο σανατόριο «Σωτηρία», όπου έμεινε τελικά για τρία χρόνια. Στη «Σωτηρία» ο Ρίτσος γνωρίστηκε με τη Μαρία Πολυδούρη και με μαρξιστές και διανοούμενους της εποχής του. Οι γνωριμίες αυτές αλλάζουν τη ζωή του και τον καθορίζουν.
Ο Ρίτσος αρχίζει να γράφει ποιήματα και να εδραιώνεται στους συγκεκριμένους κύκλους. Αρθρογραφεί στον Ριζοσπάστη και γίνεται μέλος του ΚΚΕ. Στις 9 Μάη του 1936 γίνεται η μεγάλη καπνεργατική απεργία στη Θεσσαλονίκη. Την επόμενη ημέρα ο Ρίτσος βλέπει τη φωτογραφία μιας μάνας να θρηνεί πάνω από το νεκρό παιδί της, που διαδήλωνε.
Συγκλονισμένος γράφει τον «Επιτάφιο». Ο Ρίτσος γνωρίζει καθολική αναγνώριση αλλά μπαίνει και στο «μάτι» των Αρχών.
Διαβάστε ακόμα: «Μέρα Μαγιού μού μίσεψες» - O ματωμένος Μάης του '36 στη Θεσσαλονίκη
Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Ρίτσος έζησε κατάκοιτος, παρόλα αυτά συμμετείχε στη δραστηριότητα του μορφωτικού τμήματος του ΕΑΜ και αρνήθηκε να δεχτεί χρήματα από έρανο όταν κινδύνεψε η ζωή του από τις κακουχίες το 1942.
Το 1945 γράφει τη «Ρωμιοσύνη». Στον εμφύλιο εξορίστηκε στη Λήμνο, στη Μακρόνησο, στον Άη Στράτη. Όταν επέστρεψε στην Αθήνα παντρεύτηκε την παιδίατρο Φηλίτσα Γεωργιάδου από τη Σάμο, με την οποία απέκτησε μία κόρη, την Έρη.
Διαβάστε ακόμα: Τα επεισοδιακά Θεοφάνια του 1966 και η μελοποίηση της «Ρωμιοσύνης» από τον Θεοδωράκη
Στη χούντα συνελήφθη τις πρώτες ώρες του πραξικοπήματος και κρατήθηκε στον Ιππόδρομο του Φαλήρου. Στη συνέχεια εξορίζεται στη Γυάρο και στη Λέρο. Όταν το 1970 επέστρεψε στην Αθήνα αρνήθηκε να συνεργαστεί με τους δικτάτορες και εξορίστηκε ξανά στη Σάμο. Επέστρεψε στην Αθήνα και συμμετείχε στην Εξέγερση του Πολυτεχνείου.
Στη μεταπολίτευση συνέχισε να γράφει με όλες του τις δυνάμεις μέχρι και το θάνατό του το 1990. Είναι ενδεικτικό πως ο Ρίτσος άφησε πίσω του 50 ανέκδοτες ποιητικές συλλογές!
Ο Γιάννης Ρίτσος πέθανε στις 9:25 το βράδυ της 11η Νοεμβρίου 1990. Στις 11 Νοεμβρίου (1921) είχε πεθάνει η μητέρα του. Ο σπουδαίος ποιητής κηδεύτηκε στη Μονεμβασιά, τρεις ημέρες αργότερα.
Ο Γιάννης Ρίτσος και η εξέγερση του Πολυτεχνείου
Όταν οι φοιτητές κλείστηκαν στο Πολυτεχνείο και το νέο διαδόθηκε πολλοί ήταν οι Αθηναίοι που δείχνοντας αλληλεγγύη έσπευσαν να προσεγγίσουν το Ίδρυμα της οδού Πατησίων.
Κάποιοι τα κατάφεραν. Κάποιοι άλλοι «συναντήθηκαν» με τις αστυνομικές δυνάμεις που τους έκοψαν τον δρόμο. Εκεί η βία είχε τον πρώτο λόγο. Ως απάντηση οι φοιτητές πραγματοποιούσαν πορείες «εξόδου» προκειμένου να επιστρέψουν στο ΕΜΠ έχοντας μαζί τους περισσότερο κόσμο.
Σε μια από αυτές τις πορείες, την πρώτη ημέρα της κατάληψης, βρέθηκε και ο Γιάννης Ρίτσος. Στην πλατεία Κλαυθμώνος η πορεία στην οποία συμμετείχε χτυπήθηκε άγρια από την αστυνομία.
Ο ίδιος κινδύνεψε, όταν σύμφωνα με μαρτυρίες, εγκλωβίστηκε σε έναν φράκτη. Οι αστυνομικοί αν και μπορούσαν δεν τον χτύπησαν. Πιθανότατα τον αναγνώρισαν και τον σεβάστηκαν.
Ο Ρίτσος έφυγε και κρύφτηκε στα τότε γραφεία του εκδοτικού οίκου Κέδρος σε μια στοά (Πανεπιστημίου και Χαριλάου Τρικούπη).
Το βράδυ της 16ης Νοεμβρίου ο Ρίτσος βρίσκεται στο σπίτι της εκδότριας Νανάς Καλιανέση και ακούνε τον ραδιοφωνικό σταθμό των φοιτητών. Το ξημέρωμα της 17ης Νοέμβρη και η αιματηρή καταστολή της εξέγερσης από τη χούντα, τον βρήκαν στο σπίτι του όπου συνέχισε την ακρόαση.
Συγκλονισμένος από τα γεγονότα αποφασίζει να φύγει για τον Κάλαμο. Εκεί ξεκινάει να γράφει το συγκλονιστικό «Ημερολόγιο μιας εβδομάδας» το οποίο μπορείτε να διαβάσετε στη συνέχεια.
Όταν η χούντα έπεσε, στην πρώτη επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ο Γιάννης Ρίτσος, βρέθηκε στο Πολυτεχνείο και εκεί, μπροστά σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, απαγγέλει με τρόπο καθηλωτικό, το «Σώπα όπου να 'ναι θα σημάνουν οι καμπάνες».
«Ημερολόγιο μιας εβδομάδας»
«ΑΘΗΝΑ 16 Νοεμβρίου 1973
Ωραία παιδιά με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια
ωραία παιδιά δικά μας με τη μεγάλη θλίψη των ανδρείων
αψήφιστοι, όρθιοι στα Προπύλαια στον πέτρινο αέρα, έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι
πως μεγαλώνει το μπόι, το βήμα κι η παλάμη του ανθρώπου
17 Νοεμβρίου
Βαριά σιωπή διάτρητη απ΄τους πυροβολισμούς, πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι,
ποιός θα πει περιμένω μέσα απ το μέσα μαύρο.
Μικροί σχοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια μ΄έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο,
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί και το μοναχικό σκυλί στ΄ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω απ΄τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη στις λεωφόρους
πάνω απ΄τα τανκς μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς..
Πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε; πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;
ΚΑΛΑΜΟΣ 18 Νοεμβρίου
Ηλιόλουστη μέρα. Κάλαμος.
Η θάλασσα, σπουργίτια στον ελαιώνα
Κάλεσμα. Πρόκληση. Κάλλος. Μακρινή προδομένη μακαριότητα
α εσύ δραπέτη λιποτάκτη κρυμμένε ανάμεσα στ΄ αγάλματα, πίσω απ΄τ΄ αγάλματα
μέσα στ΄αγάλματα, αγάλματα κούφια χωρίς χέρια, χωρίς πέος, χωρίς αμπελόφυλλα
αρνήσου, αρνήσου, όχι να ξεχαστείς και να ξεχάσεις το δένδρο το πουλί το γαλάζιο
αμαρτία, αμαρτία, πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε εσείς, ο ίδιος ο έρωτας
κι ο έρωτας αμαρτία, Ελένη, Μάρω, Ηλέκτρα, Δήμητρα, παιδιά μας, τα παιδιά μας
πόσες γενιές παιδιά μας σε αδιαίρετο χρόνο χωρίς χρόνο
στα στάχυα και στα σύρματα στη γραφομηχανή, στον τηλεβόα
έρωτές μας, παιδιά μας,σκοτωμένα παιδιά μας, έρωτές μας
Για τίποτε άλλο να μην έχουμε μάτια παρά μόνο για σας. Τιποτ΄άλλο.
Ω! ανήμπορο ποίημα, ανήμπορο, ανήμπορο, ατελέσφορο
επάνω από δύο στίχους σταυρωμένους σταυρώνω τα χέρια και σωπαίνω
βράχος, το μέγα κόκκινο, δεύτερη πόρτα, πέμπτη πόρτα κι η δωδέκατη κλεισμένη
χτύπημα της γροθιάς στον τοίχο χτύπημα της πέτρας στην πέτρα
-μ΄ακούς; άκουσέ με, εγώ σ΄ακούω,
δύο σιωπές κάνουν μια φωνή κι ένα μεγάλο τεντωμένο χέρι.
ΑΘΗΝΑ 19 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
Με τους αγκώνες στηριγμένους στην ποίηση, με τα μάτια κλεισμένα στις παλάμες
ακούω τη φωτιά. Ανεβαίνει. Σκοτωμένοι επί τόπου μπροστά στο παράνομο μικρόφωνο
κι η φωνή τους ακόμα. - Αδέρφια, αδέρφια, πάνω απ΄το αίμα τους, με το αίμα τους
πάνω από την αγρυπνισμένη Αθήνα
Πως μπορείτε λοιπόν; Πως μπορείτε;
20 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
Μάζεψαν τα οδοφράγματα, πλύναν τα αίματα, τα μισά παιδιά πήγαν σχολείο
οι γυναίκες βγήκαν για ψώνια, στη γωνιά ένα καμένο αυτοκίνητο
πλύναν τα ρούχα τ΄απλώσαν στις ταράτσες μυστικά-μυστικά μη φανούνε σαν άλλες σημαίες
κλειστά νοικοκυριά, το κρεμμύδι, η πατάτα, το λάδι
το αλάτι χυμένο στο δρόμο το ίδιο και τ΄αλεύρι,
μες στο ψυγείο το κόκκινο πουλί μ΄όλα του τα φτερά
Απ΄το θάνατο αρχίζουμε - έτσι έλεγε- απ΄το θάνατο αρχίζουμε πάλι
επάνω από τη μεγάλη γκρεμισμένη σκάλα
“τι να κάνουμε -είπε- να ξεχαστούμε; θα ξεχάσουμε πάλι;
Σκεπασμένοι στην τρύπια κουβέρτα ως πάνω στα μάτια
λίγο λίγο θα βγάλεις το ΄να πόδι δοκιμάζοντας τον αέρα τη σιωπή το σκοτάδι
αργότερα τα χέρια, τελευταίο το κεφάλι.
Απέναντι η καρέκλα, τα τσιγάρα τα σπίρτα και το φως κολλημένο στον τοίχο
μια τεράστια κίτρινη αφίσα
Ώρα μεγάλη! ώρα σκληρή! ώρα αδειασμένη απ΄την δειλή μακροθυμία των στίχων
εδώ ό,τι πια θα πει θα ΄ναι το αίμα
Ω! κακόφημη ζωή ληστεμένη .
22 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
Αργά που μεγαλώνει το μαχαίρι, αυτός που σιωπεί
δεν είναι που δεν έχει τίποτα να πει
δεν είναι τα δώδεκα καρφιά στον τοίχο, η ακρίδα στο ποτήρι
είναι που περιμένει να ξεσφίξουν τα σαγόνια του».
- Τραγωδία στα Τρίκαλα: Η μειωμένη βάρδια, το διάλειμμα των πέντε και η μακάβρια διαδικασία ταυτοποίησης
- Πίσω από κάθε νεκρό σε χώρο εργασίας, υπάρχει μια κοινή αλήθεια
- Πότε και πού θα «χτυπήσουν» δύο νέα κύματα κακοκαιρίας: Τι θα γίνει στην Αττική - Ανεβαίνει η θερμοκρασία
- Ιωάννα Τούνη για revenge porn: «Ντρέπεται και η ντροπή - Ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι έχει στραβισμό»
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.