Ζούμε σε παράξενες εποχές. Χθες τα ασύρματα ακουστικά μου —ξέρετε, εκείνα που ακριβοπληρώνεις για να νιώθεις μονίμως πως πέφτουν από τα αυτιά σου και θα προσγειωθούν μεταξύ συρμού και αποβάθρας— μου διάβασαν τρία μηνύματα στο chat της δουλειάς. Μια γυναικεία φωνή, με αμερικανική προφορά, μου διάβασε χωρίς να της το ζητήσω, σε σπαστά ελληνικά, το μπινελίκι ενός συναδέλφου σχετικά με ένα deadline. Οι λέξεις ακούγονταν τόσο ασύνδετες, τόσο ακατανόητες, σαν ένας πολτός από γράμματα και φθόγγους. Ναι, ζούμε σε παράξενες εποχές, αλλά η προσαρμοστικότητα είναι το κλειδί, όπως ήταν πάντα σε αυτόν τον πλανήτη.
Η προσπάθειά μας να επιβιώσουμε στην όλη μετάβαση από το digital στο αναλογικό ανά δευτερόλεπτο γίνεται εμφανής, εκτός των άλλων, και στο τέλος κάθε χρονιάς, όταν τα λεξικά παγκοσμίως προσθέτουν μερικούς ακόμα όρους στις αναρίθμητες λίστες τους. Φέτος, parasocial, ragebait, mid (κάτι μέτριο, χαμηλής ποιότητας, απογοητευτικό), vibe coding (η χρήση τεχνητής νοημοσύνης που ενεργοποιείται από την ανθρώπινη ομιλία, ώστε να βοηθά στη συγγραφή προγραμμάτων υπολογιστή) είναι τρεις από τις λέξεις που χαρακτήρισαν τόσο έντονα το 2025 που βρήκαν τη θέση τους σε αυτά.
Ωστόσο, υπάρχουν λέξεις που ακούστηκαν τόσο έντονα αυτή τη χρονιά που κανείς δεν αγάπησε, που μπορεί να μην τις βρείτε σε λεξικά, αλλά να τις έχετε διαβάσει σε άπειρα σχόλια, λεζάντες, hooks βίντεο content και φωτογραφιών, copy μαρκετίστικων τσιτάτων που θέλουν να κάτσουν με τη νεολαία. Ή έστω να φάνε τα λεφτά της.
Λέξεις που ακούσατε σε διαλείμματα για τσιγάρο νεότερων συναδέλφων και δεν ψηθήκατε να γίνετε οι τύποι που ρωτάνε «τι σημαίνει αυτό πάλι;». Γιατί πλέον το να μην ξέρεις συγχωρείται λιγότερο εύκολα από κάθε άλλη εποχή. Δεν γίνεται να μην ξέρεις όταν το «αγάπη, τι στην ευχή είναι αυτό το 6 7 που λένε εδώ κάτι τζεν ζεντ;» είναι απλώς μια ακόμα ερώτηση στο ChatGPT.
Τέλοσπάντων, ρώτησα μερικούς συναδέλφους και φίλους ποια θεωρούν ότι είναι η λέξη της χρονιάς. Κατέληξα με τις 12+1 λέξεις που μάς κληρονόμησε το 2025. Διαβάστε τες παρακάτω.

Broligarchy: μια μικρή ομάδα ανδρών, ειδικά ανδρών που κατέχουν ή ασχολούνται με επιχειρήσεις τεχνολογίας, οι οποίοι είναι εξαιρετικά πλούσιοι και ισχυροί και έχουν ή επιθυμούν να αποκτήσουν πολιτική επιρροή. Η λέξη είναι μια σύνθετη λέξη από τις λέξεις bro (αδερφός) και oligarchy (ολιγαρχία)
«Μια από τις πιο ανησυχητικές “λέξεις της χρονιάς” είναι το broligarchy. Πρακτικά υπάρχει στις ζωές μας εδώ και αιώνες αλλά με αφορμή τον Donald Trump και την παρέα του, που τον στήριξε και τον ανέδειξε ξανά ως Πρόεδρο των ΗΠΑ, έγινε τρομακτικά επίκαιρη. Ο όρος περιγράφει αυτό το άτυπο «κλάμπ» ισχυρών ανδρών που κινούνται τόσο μπροστά από τις κάμερες όσο και στα παρασκήνια και επηρεάζουν με τις αποφάσεις τους τις ζωές όλων μας.
Μια πραγματικότητα όπου η εξουσία συγκεντρώνεται όλο και πιο συχνά στα χέρια των λίγων (αντρών πάντα), ενώ οι πολλοί απλώς παρακολουθούν τις συνέπειες.
Τα ονόματα των τριων βασικών bros που έκαναν τον όρο επίκαιρο φέτος είναι τα εξής: Mark Zuckerberg, Elon Musk και Jeff Bezos. Μπορεί να τα βρίσκουν πολύ καλά όλοι οι “βλαμμένοι” μεταξύ τους, όπως λέει και το meme με τον Γιάννη Μπέζο, αλλά σίγουρα τα βρίσκουν πολύ καλύτερα μεταξύ τους τα δισεκατομμυριούχα golden boys.» - Μαρία Χατζηπέτρου
ΑΙ slop: xαμηλής ποιότητας κείμενο, βίντεο και εικόνες που δημιουργούνται από την τεχνητή νοημοσύνη
«Για εμένα η λέξη της χρονιάς είναι το Al slop ή για τους εξαιρετικά μυημένους στη γλώσσα του διαδικτύου σκέτο slop, έτσι όπως η λέξη καταγράφηκε στο Macquarie Dictionary, το εθνικό δηλαδή λεξικό της Αυστραλίας.
Το είδαμε να κυκλοφορεί για πρώτη φορά το 2025 και πολύ λογικό θα έλεγε κανείς, αφού αυτή ήταν και η χρονιά που -περισσότερο από ποτέ- κάθε παρανοϊκό δημιούργημα του AI κυκλοφόρησε ανενόχλητα στο ίντερνετ προσπαθώντας να πείσει, να προκαλέσει γέλιο, ή ακόμα και να προβληματίσει, κανείς δεν μπορεί να απαντήσει ακόμα με σιγουριά.
Αν θυμάσαι μεγάλες χιονοστιβάδες να κυνηγούν ανθρώπους και να τους καταπίνουν σε άκυρα μέρη, κτίρια να καταρρέουν και κόσμο να τρέχει για να σωθεί ή ακόμα και την πρόσφατη τρολιά με τη δήθεν σκηνή από το Κωνσταντίνου και Ελένης, τότε είσαι σε καλό δρόμο και έχεις καταλάβεις πλήρως την ερμηνεία του όρου.
Ο Άχιλ Μπαρντουάι, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μπαθ, είχε εύστοχα προειδοποιήσει ότι ο καταιγισμός τέτοιων βίντεο είναι η επόμενη φάση αυτού που ο συγγραφέας Κόρι Ντόκτοροου ονόμασε enshittification.
«Η τεχνητή νοημοσύνη γεμίζει το διαδίκτυο με περιεχόμενο που είναι, στην ουσία, σκουπίδια. Αυτό υποβαθμίζει την εμπειρία των χρηστών, βλάπτει καλλιτέχνες και δημιουργούς και κατακλύζει πλατφόρμες όπως το YouTube με υλικό αμφιβόλου αξίας».
Σαφώς το AI slop δεν παραπέμπει μόνο σε απόλυτα κακό περιεχόμενο, αλλά ας το παραδεχτούμε, κάπως έτσι το έχουμε οι περισσότεροι στο μυαλό μας.» - Κυριακή Αξιώτη
ΟΠΕΚΕΠΕ (Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων): ο ελληνικός φορέας που διαχειρίζεται, πληρώνει και ελέγχει τις αγροτικές επιδοτήσεις και ενισχύσεις που προέρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τον αγροτικό τομέα στην Ελλάδα, διασφαλίζοντας την έγκαιρη και σωστή κατανομή των πόρων αυτών
«Φυσικά είμαι ο ξενέρωτος της παρέας, δεν είναι καινούργιο αυτό, αλλά δεν μπορούσα να σκεφτώ μια άγνωστη μέχρι πρότινος λέξη (ή έστω «λέξη») που έκανε μεγαλύτερη κατάληψη στο μυαλό μου το 2025. Δεν θα το πετύχεις ακριβώς αν βάλεις στη σειρά τα αρχικά του, αλλά ο ελληνικότατος ΟΠΕΚΕΠΕ θα μπορούσε να είναι το νέο συνώνυμο για τις πολύ γνωστές λέξεις, «ελλαδάρα», «ρεμούλα», «κομπινούλα» και ούτω καθεξής.
Πότε πριν, μια νοοτροπία 50 ετών δεν συνοψίστηκε καλύτερα σε 7 γράμματα που δεν βγάζουν κανένα νόημα το ένα δίπλα στο άλλο, αλλά ταυτόχρονα βγάζουν όλο το νόημα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Πονεμένη αγροτιά, επιδόματα σε λάθος χέρια, κυβερνήσεις που δεν ήξεραν, φραπέδες, χασάπηδες, μια αδιανόητη ελληνική ομορφιά. Πολύ δύσκολα θα βρεθεί μια αντίστοιχη λέξη του χρόνου, που θα καταφέρει να κλέψει τη δόξα του ΟΠΕΚΕΠΕ μας. Αλλά είναι γνωστό εξάλλου ότι εκτός από την πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου, έχουμε και την πιο έμφυτα λαμογίστικη τάση ως οντότητες. Ποτέ μη λες ποτέ, λοιπόν. Ριμάρει κάπως μέτρια και με το ΟΠΕΚΕΠΕ.» - Ηλίας Αναστασιάδης

Lock in: το να εισέρχεσαι σε κατάσταση βαθιάς συγκέντρωσης
«Αν είσαι στα 20κατι σου δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχει χρειαστεί να κάνεις με κάποιο τρόπο “lock in”.
Σπουδάζεις; Δουλεύεις; Ή κάνεις και τα δύο παράλληλα όπως οι περισσότεροι; Τότε ξέρω ότι το παραμικρό task, από το να βάλεις πλυντήριο στο να παραδώσεις πτυχιακή, και από το στείλεις βιογραφικό σε δουλειά με βασικό μισθό μέχρι να χτίσεις κοιλιακούς, μοιάζει τόσο μεγάλο που χρειάζεται να κάνεις “lock in”.
Η λέξη, που ξεκίνησε να κυκλοφορεί παντού στα social media φέτος σημαίνει είσοδος σε μια κατάσταση βαθιάς συγκέντρωσης. Χρησιμοποιείται συνήθως για να αναφερθεί στην ανάληψη μιας εργασίας ή ενός στόχου που απαιτεί έντονη προσήλωση.
Φυσικά η έννοια της συγκέντρωσης και της προσήλωσης σε έναν στόχο δεν περίμενε το 2025 για να οριστεί, ωστόσο η όλο και μεγαλύτερη αδυναμία των νέων να βάλουν από τον πιο μικρό στόχο έως τον πιο μεγάλο και να τον φέρουν εις πέρας ή έστω να κάνουν βήματα προς αυτόν, κάνει το “lock in” να φαντάζει μοναδική λύση.
Ίσως για μένα να είναι η λέξη της χρονιάς, γιατί μέσα στις χαοτικές σκέψεις και τα υπαρξιακά της δεκαετίας των 20s, το “lock in” είναι σαν μια μίνι συμφωνία με τον εαυτό μου πως μπορώ ακόμα να επιλέξω πού θα βάλω την ενέργειά μου και πως αν συγκεντρωθώ σε ένα μόνο πράγμα τη φορά, μπορώ να προχωρήσω.» - Ευγενία Παντελέων

Parasocial: που αφορά ή σχετίζεται με μια σύνδεση που αισθάνεται κάποιος με ένα διάσημο πρόσωπο, έναν χαρακτήρα βιβλίου, ταινίας, τηλεοπτικής σειράς κ.λπ. ή με μια τεχνητή νοημοσύνη
Η λέξη της χρονιάς σύμφωνα με Cambridge Dictionary. Άλλη μια κατάσταση που επιδείνωσε ο ψηφιακός μηδενισμός, αφού ο κόσμος γύρω μας βρίθει από τέτοιες ψεύτικες, δυνητικά τοξικές, επαφές. Είναι αυτό που βασίζεις όλη σου την ύπαρξη στα επιχειρήματα που σου αραδιάζει το Chat GPT. Αυτό που πείθεις τον εαυτό σου ότι οι αγαπημένοι σου καλλιτέχνες ή οι πολιτικοί είναι φιλαράκια σου και γνωρίζεις τα πάντα για τις ζωές τους, ενώ οι ίδιοι αγνοούν την ύπαρξή σου (παντελώς). Είναι αυτοί οι φανταστικοί ήρωες από τις ταινίες, τις σειρές και τα βιβλία σου, που νομίζεις ότι υπάρχουν επειδή σου κράτησαν παρέα, έκλαψες όταν πέθαναν, χάρηκες όταν δικαιώθηκαν. Ε, λοιπόν, η υπερβολική προσκόλληση σε αυτούς δεν είναι ό,τι πιο υγιές.
Είναι και αυτό το μικρό πραγματάκι που πιστεύεις μέσα σου (χωρίς να το παραδέχεσαι), ότι το γκομενάκι που πατάει καρδούλες στα stories σου, τάχα σε θέλει. Ναι, ούτε κι αυτό είναι αληθινό. Ακόμα και με πρόσωπα από το παρελθόν, τους πρώην ή τους συμμαθητές σου από το γυμνάσιο, ας πούμε, με τους οποίους δεν μιλάς χρόνια τώρα, αλλά για κάποιον λόγο «ακολουθείτε» ο ένας τον άλλον στα social media, μπορεί να αποκτήσεις μια τέτοια σχέση. Άβολο; Λιγάκι.
Είναι, τέλος, αυτό που η ανθρώπινη επαφή ψάχνει κάπως να γεννηθεί και να συστηθεί ξανά μέσα σε έναν σκοτεινό κόσμο, όπου όλοι ζούμε μέσα στις οθόνες μας. Συμπέρασμα; Ένα ντιβάνι θα μας σώσει, γλυκά μου. Και ένα ναυάγιο σε κάποιο ακατοίκητο νησί.» - Ματθαίος Λεωνίδας
Performative: περιγράφει πράξεις, λόγια ή εμφανίσεις που είναι ανειλικρινείς και γίνονται για επίδειξη, για να δημιουργήσουν μια συγκεκριμένη εικόνα ή να κερδίσουν την έγκριση, αντί να αντανακλούν αληθινά συναισθήματα ή πεποιθήσεις
«Θυμάμαι να διαβάζω τι είναι ο performative male όταν έσκασε σαν έννοια το καλοκαίρι και να συνειδητοποιώ ότι τελικά υπάρχει ένας τέλεια ακριβής όρος που περιγράφει περισσότερα άτομα απ’ όσα περίμενα γύρω μου. Ένα αρχέτυπο του άνδρα - δημιούργημα του ίντερνετ, που κοινοποιεί στα social τον ακτιβισμό του όσο κάθεται στο καφέ που πίνει το μάτσα του. Και κανένα θέμα με αυτό. Το πρόβλημα ξεκινά εκεί που όλα συμβαίνουν για το φαίνεσθαι. Σύντομα το performative σαν χαρακτηρισμός ταξίδεψε παντού. Το performative είναι για μένα η λέξη της χρονιάς γιατί αντικατοπτρίζει τις σύγχρονες τάσεις, την έλλειψη αυθεντικότητας και την επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.» - Έλενα Σαλαντή

Ragebait ή rage bait ή rage-bait: περιεχόμενο (συνήθως ονλάιν) που προσπαθεί να προκαλέσει θυμό ή οργή, ως μέσο για να προσελκύσει την προσοχή ή να κερδίσει χρήματα. Η λέξη χρησιμοποιείται επίσης ως ρήμα («να κάνει σκόπιμα προκλητικές ή εμπρηστικές δηλώσεις»)
«Το νόημα του rage bait είναι η πρόκληση. Κάποιος πιο πονηρεμένος από μένα θα έλεγε ότι ζούμε στην εποχή της πρόκλησης. Ή πιο σωστά, στην εποχή που η παραγωγή περιεχομένου έχει «ξεπέσει» στην ανάγκη της πρόκλησης. Το κόλπο είναι αρκετά γνωστό πια.
Κάποιος/κάποια εμφανίζεται μπροστά σε μια κάμερα, κάνει μια εξοργιστικά προκλητική δήλωση και ελπίζει ο αλγόριθμος να του φερθεί καλά. Βέβαια, ελπίζει κυρίως να «δουλέψει» το δόλωμα. Κι αν δουλέψει, θα υπάρχει πλημμύρα από σχόλια και όλα καλά. Αυτή η τακτική βέβαια εκλέγει και πολιτικούς πλέον. Μια μόνο μίλησε για τρίχες και τώρα βρίσκεται στην ευρωβουλή. Είναι η λέξη/όρος της χρονιάς; Είναι.
Δεν έχει όμως να κάνει μόνο με το περιεχόμενο. Υπάρχει μια σημαντική αλλαγή. Κάποτε μιλούσαμε για το click-bait, τώρα μιλάμε για το rage-bait. Η διαφορά είναι σημαντική. Το συναίσθημα πλέον παίζει ρόλο. Δεν είναι απλώς επίκληση στο συναίσθημα αλλά πρόκληση. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν έχουν πλέον να κάνουν τόσο με την μετάδοση της πληροφορίας ή της αλήθειας πολλώ δε μάλλον. Αλλά με την μετάδοση συναισθημάτων, και ο θυμός είναι το πιο δυνατό συναίσθημα συνήθως.
Το θέμα είναι πως έχει χαθεί η μπάλα. Δεν ξέρω αν…υπήρξε και ποτέ. Από το σημείο που αναρωτιόμασταν τι είναι αληθινό και τι όχι (και στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης το αναρωτιόμαστε πιο έντονα), τώρα αναρωτιόμαστε αν ο άνθρωπος που τα λέει αυτά μπροστά στην κάμερα με τόσο προκλητική βεβαιότητα, τα πιστεύει ή απλώς μας κοροϊδεύει; Εντέλει, έχουμε γίνει συναισθηματικές μαριονέτες; Θύματα μιας μηχανής που παράγει περιεχόμενο και για να τραβήξει την προσοχή επιλέγει να μας νευριάσει; Αυτό από μόνο του είναι αρκετά εκνευριστικό!» - Λευτέρης Κοκκίνης
Σουσού (το): το κουτσομπολιό, το «τσάι»
«H πρώτη φορά που άκουσα τη λέξη «σουσού» με πυκνότητα μεγαλύτερη από μία φορά ανά 12,5 χρόνια, ήταν (προφανώς) στην Αμοργό. Tη μία φορά που το άκουσα το προσπέρασα, τη δεύτερη μου τράβηξε την προσοχή. Από την τρίτη και μετά, κατάλαβα ότι εδώ κάτι παίζει.
Το "σουσού" ουσιαστικά σημαίνει κατά βάση ένα πράγμα που είναι άξιο λόγου και σχολιασμού. "Πάμε εκεί για το σουσού", δηλαδή πάμε για να έχουμε κάτι να λέμε. Με την πρώτη ανάγνωση, το σουσού είναι το "κουτσομπολιό" για ανθρώπους κάτω από 40.
Σημαντικό να τονίσουμε ότι στα λεξικά της ελληνικής γλώσσας, το λήμμα "σουσού" υπάρχει αλλά με τελείως μα τελείως διαφορετική σημασία.
Στην πραγματικότητα το "σουσού" είναι μία άλλη λέξη για να πεις “content”. Όπως και η λέξη content, δηλαδή, υποδηλώνει το κομμάτι της πραγματικότητας που μπορείς να το απομονώσεις και να το κάνεις ιστορία, αφήγηση. Να το δείξεις σε άλλους ανθρώπους.
Υπάρχει όμως μία σημαντική διαφορά.
Το “content” είναι αυτή η αφήγηση την οποία την παίρνεις και την κάνεις κάτι. Την εμπορευματοποιείς, βγάζεις λεφτά και φήμη από αυτή. Ενέχει ένα στοιχείο επένδυσης στον ίδιο τον πυρήνα της.
Το "σουσού" με τη σειρά του είναι αυτοσκοπός. Πας κάπου για το σουσού.» - Νίκος Σταματίνης
Delulu: να πιστεύεις πράγματα που δεν είναι πραγματικά ή αληθινά, συνήθως επειδή το επιλέγεις
«Η λέξη Delulu, προερχόμενη από το αγγλικό delusional, περιγράφει με χιουμοριστικό τρόπο κάποιον που ζει σε μικρές, χαριτωμένες αυταπάτες. Δεν μιλάμε για κάτι σοβαρό, αλλά για εκείνη τη χαριτωμένη –και μερικές φορές υπερβολικά αισιόδοξη– στάση όπου κάποιος πιστεύει κάτι που μάλλον δεν ισχύει: πως το crush «σίγουρα» μας κοιτάει επίμονα ή πως το σύμπαν μας στέλνει σημάδια.
Το Delulu ταιριάζει απόλυτα στον τρόπο που ζούμε σήμερα: ανάμεσα σε φίλτρα, trends και αλγόριθμους, το να είσαι λίγο «delulu» κάνει την καθημερινότητα πιο διασκεδαστική. Είναι η μικρή δόση φαντασίας που βάζουμε για να δώσουμε spice στη ρουτίνα, να ονειρευτούμε κάτι μεγαλύτερο ή απλώς να γελάσουμε με τον εαυτό μας. Η μαγεία κρύβεται στην ισορροπία: λίγο ρεαλισμός για να μην ξεφεύγουμε, λίγο delulu για να μη βαριόμαστε.
Μια από τις λέξεις της χρονιάς, λοιπόν, γιατί αποτυπώνει τέλεια την εποχή μας. Μας δείχνει ότι όλοι, λίγο πολύ, θέλουμε να προσθέτουμε χιούμορ και θετική ενέργεια στη ζωή μας, ακόμα αν αυτό σημαίνει να παραδεχτούμε πως καμιά φορά είμαστε ευχάριστα… εκτός πραγματικότητας. Μας υπενθυμίζει ότι λίγη αυταπάτη, όταν δεν ξεφεύγει, μπορεί να κάνει τη ζωή απλώς πιο fun.» - Ιζαμπέλα Τουγλή
No cap: στ’αλήθεια, σοβαρά
«Η φράση «No cap» είναι σλανγκ της Gen Z και σημαίνει «χωρίς ψέμα», δηλαδή «λέω την αλήθεια» ή «μιλάω σοβαρά».
Προέρχεται από το αμερικανικό hip-hop και το African American Vernacular English, όπου το «cap» σημαίνει «ψέμα» ή «υπερβολή».
Έτσι, το «no cap» χρησιμοποιείται για να τονιστεί ότι μια δήλωση είναι ειλικρινής και χωρίς υπερβολές.
Το «No cap» είναι η Gen Z αναβάθμιση του «σοβαρά ρε», του «όντως». Μια λέξη–σφραγίδα που πετάς στη συζήτηση για να δείξεις ότι μιλάς ειλικρινά, χωρίς υπερβολές και χωρίς να χρειαστεί να βρίσεις.» - Παναγιώτα Σιδερία
Κιπατσάο: «κι είπα ciao» - όταν θες να φύγεις από κάτι, οτιδήποτε σε χαλάει είτε είναι ένα πρόσωπο είτε είναι μία κατάσταση
Πρώτη το χρησιμοποίησε η Μαρίνα Σάττι στο Mixtape από το POP, μιλώντας για χωρισμό. Ωστόσο, σχεδόν αμέσως οι φαν της τραγουδίστριας και γενικά οι χρήστες στα social ένωσαν τις τρεις λέξεις σε μία και πλέον χρησιμοποιείται για όλα.
Και σίγουρα μπορεί να πει κανείς ότι τα παραπάνω έγιναν το 2024, οπότε θα μπορούσε να είναι η λέξη εκείνης της χρονιάς, όμως, στην πορεία το κιπατσάο αποδείχθηκε "πολύ σκληρό για να πεθάνει".
Έτσι, και όλο το 2025, αφού με ρωτάτε, το άκουγα συνέχεια στον δρόμο σε συνομιλίες διπλανών μου, το έβρισκα μπροστά μου στα social και αν μη τι άλλο από σκρολάρισμα καλά πάμε, θα πω σε μια κρίση ειλικρίνειας.
Γενικά, νομίζω, κόλλησε ταμάμ για «να πιάσεις συναίσθημα» που ‘λεγε και μια wannabe TV πρωταγωνίστρια που «λύσσαγε» δίχως λόγο και αφορμή (ναι, την Πέγκυ Καρρά εννοούμε από Κωνσταντίνου και Ελένης), με αποτέλεσμα αν και αρχικά και για πολύ καιρό, το αγνοούσα επιδεικτικά (όχι ότι μου είχε κάνει κάτι, απλά προσπέρναγα), ε, τι να κάνω, τελικά το googlαρα.
Και μετά ομολογώ κάπως μου κόλλησε και μένα για μια περίοδο και για έναν λόγο παραπάνω που «ντρέπομαι - ντρέπομαι» (όπως θα έλεγε και η Ασπασία από Ντόλτσε Βίτα) να πω, αλλά θα τον πω: στην αρχή νόμιζα ότι προέρχεται από τραγούδι άλλης ποπ σταρ που είχε πάει και είχε σαρώσει στη Eurovision πριν μερικά χρόνια.
Πολλά λόγια το Mixtape, σόρι δεν τα συγκράτησα. Μην πέσετε να με φάτε, παιδιά, ένα μυαλό χειμώνα - καλοκαίρι χρόνια τώρα... Η Σάττι, είμαι σίγουρος, έχει χιούμορ, δεν θα παρεξηγηθεί.
Οπότε όπως και να έχει, όταν κατάλαβα την «πατάτα» μου, ε, μετά και να ήθελα (που δεν ήθελα!), ε, δεν ξεχνιόταν, άσε που το λες και εθιστικό!» - Νικόλας Εμμανουήλ
Ακραίο: κάτι έντονο, απίστευτο ή σοκαριστικό. Κάτι που βρίσκεται στην άκρη και στην υπερβολή
«Η λέξη που τη χρησιμοποιείς για να μιλήσεις για τον καιρό, να περιγράψεις το φαγητό της μαμάς και να φτάσεις μέχρι στην πολιτική. Έχει μια ευελιξία, είναι μια ομπρέλα που καλύπτει όλα τα συναισθήματα.
Σχετικά πρόσφατα μάλιστα είχα μια συζήτηση για την συγκεκριμένη λέξη και η φίλη μου, μου είπε «μήπως το χρησιμοποιώ πολύ συχνά;».
Αυτό μου έδωσε την αφορμή να κάνω μια αναζήτησή στις συνομιλίες μας για να δω πόσο συχνά και σε τι συνθήκες το χρησιμοποιούμε. Νιώθω ότι αυτή η λέξη που είναι τόσο σύντομη και μικρή, μπορεί να χωρέσει μέσα της συνθήκες που κάθε άλλο παρά με μια λέξη θα μπορούσαν να περιγραφούν!
Θυμήθηκα, λοιπόν, όλες τις καταστάσεις και κατάλαβα πόσο καλά κουμπώνει το «ακραίο» στη ζωή μου.» - Μυρτώ Κυρίτση


6 7: (σιξ, σέβεν) - επιφώνημα - μια παράλογη έκφραση που συνδέεται με ένα τραγούδι και έναν μπασκετμπολίστα
«Μόνο όσοι είστε άνω των 40 και έχετε παιδιά κοντά ή στην εφηβεία θα με καταλάβετε. Θα πούμε τον πόνο μας εδώ. Γιατί κάπου πρέπει να τα πούμε και εμείς.
Όταν μου ζητήθηκε να γράψω για τη λέξη της χρονιάς, που τρεντάρει στα social και γενικά έκανε πάταγο τη χρονιά που σε λίγες ημέρες θα μας αφήσει, αμέσως κάτι «χτύπησε» μέσα στο μυαλό μου.
6 7. Αλήθεια! Ήταν σαν να άκουγα τον γιο μου να τη λέει. Θα σας πω για την πρώτη φορά που την άκουσα εγώ. Κάτι του είχα πει, κάποιο μπουμερίστικο αστείο, υποθέτω. Η απάντησή του ήταν "ω, τι λες μπρο; 6 7".
Τον κοίταξα και περίμενα να ακούσω τη συνέχεια. Όταν είδε την απορία στα μάτια μου, έβαλε τα γέλια και κοίταξε την αδερφή του η οποία με τη σειρά της κατέβαλε φιλότιμες, είναι η αλήθεια, προσπάθειες προκειμένου να μη γελάσει και ταυτόχρονα με κοιτούσε – μάλλον – με συμπόνια, τύπου «τι τραβάς και εσύ καημένε, πατέρα».
Μετά από αρκετές στιγμές αμηχανίας που προσπαθούσα μάταια να πιάσω το αστείο, ρωτάω: «Τι είναι αυτό πάλι;». Τα γέλια έγιναν πιο δυνατά και η απάντηση δοκίμασε τις αντοχές του νευρικού μου συστήματος: «Τι εννοείς τι είναι; ''6 7''»!
Γελάσανε και οι δύο ακόμα πιο δυνατά. Ρώτησα την κόρη μου με την ελπίδα πως αυτή θα βοηθήσει τον πατέρα της. Φευ! «Τι είναι μωρέ αυτό;», της λέω, «έλα ρε μπαμπά που δεν ξέρεις το ''6 7 ''», μου λέει.
Εκνευρισμένος, πλέον, μπαίνω στο internet για να ψάξω μόνος μου. Και ανακαλύπτω ένα ολόκληρο νέο σύμπαν. Ένα σύμπαν του... τίποτα! Γιατί ναι, αν αναρωτιέστε τόση ώρα, τι είναι αυτό το «6 7» η απάντηση είναι αυτή: Τίποτα! Απολύτως τίποτα.
Μάλλον είναι ένας τρόπος των πιτσιρικάδων να μας «κολλάνε», μπορεί να είναι ένας «κώδικας» επικοινωνίας μεταξύ τους που αν δεν τον γνωρίζεις γίνεσαι αμέσως μπούμερ και εκτός φάσης. Της φάσης τους, μία εσωτερική γλώσσα των εφήβων, ένα σήμα αναγνώρισης. Ένας δίχως έλεος τρολάρισμα.
Το τι γίνεται στα social με το «6 7» δεν μπορείτε να φανταστείτε. Τρεντάρει με διαολεμένους ρυθμούς και όλοι γελάνε με το γεγονός ότι είναι το απόλυτο τίποτα.
Πριν λίγες ημέρες είχα πέσει σε ένα βίντεο από έναν αγώνα κολεγιακού μπάσκετ στις ΗΠΑ. Όταν η μία ομάδα έφτασε τους 67 πόντους έγινε «κόλαση». Πώς ήταν όταν ο Ελ Καμπί έβαλε το γκολ στον τελικό με τη Φιορεντίνα; Ε ένα τέτοιο πράγμα! Μιλάμε για κανονικό χαμό – παντού.
Πάντως, επειδή το έψαξα λίγο παραπάνω οι περισσότεροι (κυρίως στις ΗΠΑ) λένε πως το συγκεκριμένο τρεντ ξεκίνησε από το τραγούδι Doot Doot (6 7) του ράπερ Skrilla ή από ένα αστείο που αφορούσε το ύψος του μπασκετμπολίστα ΛαΜέλο Μπολ ο οποίος είναι 2,1 μ. δηλαδή 6 ft 7 in. Αλλά κανείς δεν ξέρει αν όντως από εκεί ξεκίνησε.
Τέλος πάντων, μην το πολυψάχνουμε. Το «6 7» («six seven»), δεν υπάρχει μπρο!» - Νίκος Δεμισιώτης
- Τραγωδία στα Τρίκαλα: Η μειωμένη βάρδια, το διάλειμμα των πέντε και η μακάβρια διαδικασία ταυτοποίησης
- Πίσω από κάθε νεκρό σε χώρο εργασίας, υπάρχει μια κοινή αλήθεια
- Πότε και πού θα «χτυπήσουν» δύο νέα κύματα κακοκαιρίας: Τι θα γίνει στην Αττική - Ανεβαίνει η θερμοκρασία
- Ιωάννα Τούνη για revenge porn: «Ντρέπεται και η ντροπή - Ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι έχει στραβισμό»
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.