Μενού
  • Α-
  • Α+

Τα ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου (ΙΦΝΕ), όπως η ελκώδης κολίτιδα και νόσος Crohn, συνυπάρχουν πολύ συχνά με τα ρευματικά και μυοσκελετικά νοσήματα, ανέφεραν οι ομιλητές κατά τη διάρκεια ενημερωτικού webinar, που πραγματοποίησε ο Σύλλογος Φίλων και Ασθενών με ΙΦΝΕ και Πεπτικές Παθήσεις «ΑΓΚΥΡΑ». Η προσβολή του μυοσκελετικού συστήματος στους ασθενείς με ΙΦΝΕ, τόνισε ο κ. Νικόλαος Κούγκας, Επιμελητής Α’ ΕΣΥ, Δ’ Παν. Παθ. Κλ. ΑΠΘ, Γ.Ν.Θ. «ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ», είναι πολύ συχνή και είτε μπορεί να συσχετίζεται με την ενεργότητα του υποκείμενου νοσήματος είτε να διαδράμει ανεξάρτητα. Τα κύρια συμπτώματα αυτών των νοσημάτων προέρχονται από την προσβολή ολόκληρης της σπονδυλικής στήλης (δυνητικά από τον αυχένα ως τα οστά της λεκάνης) αλλά και σχεδόν όλες τις αρθρώσεις του σώματος. 

Διαβάστε ακόμη: ΙΦΕΤ: Στο υψηλότερο σημείο από την ίδρυσή του οι βασικοί δείκτες του Ινστιτούτου

Ο πόνος, το οίδημα και η δυσκαμψία (ιδιαίτερα κατά τις πρωινές ώρες) είναι τα χαρακτηριστικά ενοχλήματα που εμφανίζονται και σταδιακά αν μείνουν αθεράπευτα θα οδηγήσουν σε έκπτωση της λειτουργικότητας και της ποιότητας ζωής των ασθενών με ΙΦΝΕ. Ωστόσο, η έγκαιρη παραπομπή σε ρευματολόγο και η σωστή διάγνωση είναι πολύ σημαντική, καθώς υπάρχουν πλέον πολύ αποτελεσματικές θεραπείες κοινές για όλες τις κλινικές εκδηλώσεις του νοσήματος, κατέληξε ο κ. Κούγκας.

Οι αιτιολογικοί παράγοντες

Το να προσδιοριστεί ποιος είναι ο πρωταρχικός παράγοντας που οδηγεί στην αυτοάνοση απόκριση ακόμα και σήμερα είναι αδύνατο. Ωστόσο, έχουν εντοπιστεί κάποιοι αιτιολογικοί παράγοντες που οδηγούν στην εμφάνιση των ΙΦΝΕ. Οι καταστάσεις αυτές που πιθανολογείται ότι οφείλονται για την εμφάνιση τόσο της ελκώδους κολίτιδας όσο και της νόσου του Crohn είναι περιβαλλοντικοί παράγοντες, ο τρόπος ζωής των ασθενών, οι διατροφικές συνήθειες, γενετικοί παράγοντες, το οικογενειακό ιστορικό, το άγχος, ιστορικό κάποιας άλλης αυτοάνοσης πάθησης ακόμα και η λήψη αντιβιοτικών φαρμάκων από νεαρή ηλικία. Το κάπνισμα αποτελεί μία ξεχωριστή κατηγορία, διότι ενώ από την μία αποτελεί προδιαθεσικό παράγοντα για τη νόσο του Crohn από την άλλη αποτελεί προστατευτικό παράγοντα για την ελκώδη κολίτιδα. Οι ασθενείς με φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου έχουν εφ’ όρου ζωής αγωγή τόνισε ο κ. Γιώργος Θεοχάρης , Επιμελητής Α’ Γαστρεντερολογικής Κλινικής,  Π.Γ.Ν. Πατρών.

Οι στόχοι της θεραπείας

Κύριος στόχος της θεραπευτικής αντιμετώπισης, τόνισε ο κ. Θεοχάρης, είναι να διατηρήσει τα νοσήματα σε κατάσταση ύφεσης, αποτρέποντας περιόδους οξείας έξαρσης. Κατά το αρχικό στάδιο της θεραπείας είναι σημαντικό να αξιολογηθεί το στάδιο και η βαρύτητα της νόσου που βρίσκεται ο πάσχων. Στην Ελκώδη Κολίτιδα, το 90% των ασθενών έχει μία ή περισσότερες εξάρσεις μετά την εμφάνισή της. Πρώιμη υποτροπή ή ενεργή νόσος στα πρώτα 2 έτη σχετίζεται με χειρότερη νόσο στο μέλλον. 

Οι βιολογικοί παράγοντες, ( φάρμακα αναφοράς και βιο-ομοειδή)  δρουν σε συγκεκριμένες θέσεις - στόχους του ανοσοποιητικού συστήματος και χρησιμοποιούνται για την θεραπεία σε καταστάσεις μέτριας και σοβαρής νόσου του Crohn και της ελκώδους κολίτιδας. Όλα τα υπάρχοντα σκευάσματα είναι παρόμοια σε αποτελεσματικότητα και επιπλοκές, ενώ γίνεται συζήτηση με τον ασθενή για το είδος της χορήγησης, τις προτιμήσεις και την ασφάλεια.

Ο ρόλος των βιο-ομοειδών

Τα βιο-ομοειδή φάρμακα (biosimilars)  επεσήμανε ο κος Γεώργιος Κατσίκας Δ/ντής ΕΣΥ, Ρευματολογικό Τμήμα, Γ.Ν.Α « Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ», είναι βιολογικά φάρμακα. Πρόκειται δηλαδή για μεγάλα και σύνθετα πρωτεϊνικά μόρια που προέρχονται από ζωντανά κύτταρα ή ζώντες οργανισμούς. Ονομάζονται βιο-ομοειδή γιατί είναι σε μεγάλο βαθμό παρόμοια με άλλα βιολογικά φάρμακα (τα λεγόμενα φάρμακα αναφοράς), τα οποία έχουν ήδη εγκριθεί (σε ΕΕ και ΗΠΑ). Λόγω της πολύπλοκης διαδικασίας παραγωγής ενός βιοομοειδούς, ενδέχεται να υπάρχουν ορισμένες μικροδιαφορές από το φάρμακο αναφοράς. Οι διαφορές αυτές στερούνται κλινικής σημασίας και δεν επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του βιοομοειδούς οι οποίες είναι παρόμοιες με του φαρμάκου αναφοράς. 

Η έγκριση των βιοομοειδών ακολουθεί τα ίδια πρότυπα φαρμακευτικής ποιότητας, ασφάλειας και αποτελεσματικότητας που ισχύουν για όλα τα εγκεκριμένα βιολογικά φάρμακα. Όχι μόνο η εξαρχής χορήγηση βιομοειδούς αλλά  και η αλλαγή από φάρμακο αναφοράς σε βιοομοειδές οδηγεί σε παρόμοια κλινική έκβαση (θέση με την οποία συμφωνούν ρυθμιστικές αρχές, επιστημονικές κοινότητες και ιατρικές εταιρείες). Η ανάπτυξη των  βιοομοειδών  είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση του κόστους παραγωγής ασφαλών και αποτελεσματικών βιολογικών φαρμάκων  με άμεσο αντίκτυπο στη μείωση του κόστους θεραπείας. Η εξοικονόμηση πόρων που προκύπτει από τη χρήση των βιοομοειδών, επιτρέπει την ανακατανομή τους με στόχο την βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας, κατέληξε  ο κ. Κατσίκας.