Η Ελλάδα είχε ποινή εκτέλεσης για ειδεχθή εγκλήματα και η τελευταία έλαβε χώρα το 1972. Μάλιστα είχε καταδικαστεί τετράκις σε θάνατο, καθώς είχε βάλει φωτιά στο σπίτι της εν διαστάσει συζύγου του, προκαλώντας το θάνατό της, της μητέρας της και των δύο παιδιών τους. Ο λόγος για τον Βασίλη Λυμπέρη, τον τελευταίο θανατοποινίτης της Ελλάδας, ο οποίος είχε εκτελεστεί στο Ηράκλειο της Κρήτης, εκεί που σήμερα βρίσκονται τα «Δύο Αοράκια».
Ο Βασίλης Λυμπέρης είχε γνωρίσει τη Βασιλική στο νοσοκομείο, όταν και οι δύο είχαν μέσα τους πατέρες τους με προβλήματα υγείας, Ερωτεύτηκαν και σύντομα παντρεύτηκαν.
Διαβάστε επίσης: Ο Έλληνας πιλότος που κατήργησε τους νόμους της φυσικής - Πώς έσωσε το θηριώδες τζάμπο της Ολυμπιακής με 374 επιβάτες
Λωποδύτης και άπιστος
Τα προβλήματα όμως δεν άργησαν να βαρύνουν τον γάμο και την καθημερινότητά τους. Όντας αυτός άνεργος, έπεισε τη γυναίκα του να πουλήσει ένα οικόπεδο που είχε στο όνομά της, προκειμένου να τον χρηματοδοτήσει για να ανοίξει μαγαζί με μπαταρίες. Δεν πήγε καλά όμως και γρήγορα έβαλε λουκέτο.
Αν και κατηγορούσε την πεθερά του πως ήταν πιεστική, εν τούτοις την έπεισε να πουλήσει και αυτή ένα οικόπεδο που είχε για να επενδύσει σε μία μόνιμη εργασία για να έχει εισόδημα. Μόνο που ο επιτήδειος, αγόρασε καινούργιο αυτοκίνητο.
Ενώ είχε αποκτήσει ένα αγοράκι δυόμιση ετών, διατηρούσε εξωσυγυγική σχέση με τη Μαρία Γκίκα. Η Βασιλική το ανακάλυψε από το τηλέφωνο και όταν του είπε πως ξέρει, εκείνος όχι μόνο δεν το αρνήθηκε αλλά της είπε πως ήθελε να την παντρευτεί. Αργότερα, τα γύρισε όμως και ζητούσε από τη γυναίκα του να τον συγχωρέσει.

«Θέλω να βγάλω από τη μέση την πεθερά μου»
Ο γάμος τους δεν μπόρεσε ποτέ να γιατρευτεί και ο Λυμπέρης έφυγε από το σπίτι τους στο Χαλάνδρι και πήγε να μείνει σε μία πανσιόν στο κέντρο της Αθήνας. Εκείνο τον καιρό χαρτόπαιζε μαζί με τον Παύλο Αγγελόπουλο, στον οποίο είχε εκμυστηρευτεί τα προβλήματα στον γάμο του. Κατηγορούσε μάλιστα την πεθερά του, πως αυτή έβαζε λόγια στη γυναίκα του και ήθελε να τη βγάλει από τη μέση.
Ο Λυμπέρης είχε φύγει από το σπίτι τους στο Χαλάνδρι και έμενε σε μια πανσιόν στην οδό Σωνιέρου στο κέντρο της Αθήνας. Τότε γνώρισε τον Παύλο Αγγελόπουλο, με τον οποίο έπαιζαν χαρτιά. Του είχε πει για τα προβλήματα στον γάμο του και την πεθερά του, που έβαζε λόγια στην κόρη της και ότι ήθελε να τη βγάλει από τη μέση.
Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1971, ο Λυμπέρης αγόρασε δώρα και πήγε επίσκεψη στη γυναίκα και τα παιδιά του, ωστόσο δεν του επέτρεψαν να μπει στο σπίτι, με αποτέλεσμα να δει τα παιδιά του για λίγες ώρες μέσα στο αυτοκίνητο. Στις 18 Ιανουαρίου είχαν δικαστήριο για το διαζύγιο και η ιδέα της εκδίκησης είχε πλέον μπολιάσει στο μυαλό του.

Ήπιαν και έβαλαν μπροστά το σχέδιο
Τότε, ζήτησε βοήθεια από τον Αγγελόπουλο για να φέρει εις πέρας το σχέδιό του. Για αμοιβή του έταξε ένα αυτοκίνητο. Ο Αγγελόπουλος πείστηκε, μίλησε σχετικά στον ξάδερφό του Θοδωρή Καπρέτσο και του ζήτησε να τον βοηθήσει.
Στις 4 Ιανουαρίου, ο Λυμπέρης συνάντησε τα δύο ξαδέρφια σε μια ταβέρνα και ανέλυσε το σχέδιο. Ήταν έτοιμος καθώς ήδη είχε προμηθευτεί μπιτόνια με βενζίνη. Ήπιαν πάρα πολύ, σε σημείο ο Παύλος Αγγελόπουλος να πει αργότερα σε συνέντευξη πως «αν δεν υπήρχε το ποτό, δεν θα γινότανε αυτή η καταστροφή».
Στο δρόμο για το Χαλάνδρι σταμάτησαν για να πάρουν σπίρτα και ο Αγγελόπουλος εξέφρασε τον φόβο και την ανησυχία του, γιατί εκτός από την πεθερά του Λυμπέρη, βρίσκονταν στο σπίτι η γυναίκα και τα παιδιά του Λυμπέρη...
«Με πήρε και με πήγε σε ένα περίπτερο. Τηλεφώνησε και σήκωσε το τηλέφωνο η πεθερά του. Της λέει: «Θέλω να έρθω να δω τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου». Και του απαντάει: «Δεν είναι εδώ. Λείπουν στο Πέραμα. Θα έρθουν μετά από πέντε μέρες. Και εγώ θα φύγω»», είχε πει αργότερα ο Αγγελόπουλος σε κάποια από τις καταθέσεις του.
Διαβάστε επίσης: Σχεδίασε τον θάνατό του: «Βρείτε με σε 7 χρόνια» - Το γράμμα του Λιαντίνη στην κόρη του
«Τι κάνεις; Είναι και τα παιδιά σου εδώ»
Τότε ξεκίνησαν για το σπίτι, έχοντας στο πορτ-παγκάζ του αυτοκινήτου δύο ζευγάρια χοντρά γάντια και τρία μπιτόνια με βενζίνη. Το άφησαν σε ένα χωράφι και ο Λυμπέρης με τον Αγγελόπουλο μπήκαν στο σπίτι ενώ ο Καπρέτσος έμεινε έξω να κρατάει «τσίλιες». Μπήκαν στο σπίτι και προχώρησαν στο εσωτερικό του κινούμενοι προς το δωμάτιο της πεθεράς του. Ο Αγγελόπουλος μπήκε μέσα, στα γρήγορα άδειασε τον κουβά, άναψε το σπίρτο και η φωτιά ξέσπασε με μιας κάνοντας και έναν κρότο. Εκεί υπήρχε και μια κούνια, όπου κοιμόταν ο μικρός γιος του Λυμπέρη.
Την ίδια ώρα, ο Λυμπέρης είχε μπει στο δωμάτιο της γυναίκας του Βασιλικής, που κοιμόταν μαζί με την κόρη τους. Ο κρότος που ακούστηκε από την φωτιά στο δωμάτιο της πεθεράς του, ξύπνησε την σύζυγό του ενώ η μικρή Παναγιώτα άρχισε να κλαίει. Με τα μάτια μισάνοιχτα η Βασιλική είδε τον εν διαστάσει σύζυγό της να αδειάζει τη βενζίνη στο πάτωμα και να ανάβει ένα σπίρτο. Όρμησε αμέσως επάνω του, ουρλιάζοντας «τι κάνεις; Είναι και τα παιδιά σου εδώ». Ο Λυμπέρης σάστισε, δεν φανταζόταν πως ήταν και τα παιδιά του μέσα στο σπίτι.
Ένα τζάμι ακούστηκε να διαλύεται, ενώ οι πεθερά του φώναζε. Ο Λυμπέρης έσπρωξε την γυναίκα του στο κρεβάτι, άναψε ένα σπίρτο και το πέταξε πάνω στη βενζίνη. Όταν έκαναν μια κίνηση για να βγουν από το δωμάτιο, τις έσπρωξε πάλι προς τις φλόγες. Βλέποντάς την να πάει να πιάσει το τηλέφωνο, την έριξε κάτω και την πάτησε στο στήθος για να μην μπορεί να κινηθεί.

Την ίδια ώρα ο Αγγελόπουλος αντιλήφθηκε ότι ήταν τα παιδιά στο σπίτι. Άρπαξε τον τρίτο κουβά βενζίνης που είχαν μαζί τους και τον έριξε προς τον Λυμπέρη. Πρόλαβε εκείνος να τραβηχτεί με αποτέλεσμα να έχει ελαφρά εγκαύματα στο πρόσωπο. Φεύγοντας κλείδωσαν και την εξώπορτα.
«Αυτός ο κακούργος μάς έκαψε»
«Χτίζοντας» το άλλοθί τους, θα έλεγαν όλοι πως έπαιζαν χαρτιά στο δωμάτιο του Λυμπέρη.
Τα ξημερώματα, όταν έγινε αντιληπτή η φωτιά και έσπασαν οι γείτονες την πόρτα μπαίνοντας μέσα, βρήκαν την 55χρονη Αντιγόνη Μάρκου, την 3χρονη Παναγιώτα και τον ενός έτους Γιωργάκη νεκρούς.
Η γυναίκα του Βασιλική ανέπνεε ακόμα. Την μετέφεραν στο νοσοκομείο, αλλά άντεξε μόλις 20 ώρες. Πρόλαβε όμως να πει στη θεία της: «Αυτός μας έκαψε. Αυτός μάς έριξε βενζίνη και ύστερα έβαλε φωτιά. Ο κακούργος το έκανε για να μας εκδικηθεί, γιατί δεν θέλαμε να πουλήσουμε τα κτήματά μας και να του δώσουμε τα λεφτά να τα φάει. Αυτός ο κακούργος έκαψε τα παιδιά μας», ήταν όσα είχε πει στη θεία της, σύμφωνα με όσα έγραφε η εφημερίδα «Μακεδονία» την επόμενη ημέρα.
Ο Λυμπέρης όταν ερωτήθηκε αρχικά για το συμβάν είπε ότι βρισκόταν στο δωμάτιο του, ενώ για τα εγκαύματά του υποστήριξε ότι έψηνε καφέ και έσκασε το γκαζάκι. Μετά τις αποκαλύψεις όμως της γυναίκας του αναγκάστηκε να ομολογήσει. Υποστήριξε ότι ήθελε απλώς να φοβίσει την πεθερά του για να σταματήσει να ανακατεύεται στην ζωή του ζευγαριού. Η γυναίκα του όμως πριν «φύγει» υποστήριξε ότι ήθελε τα χρήματά της για να τα φάει με την φιλενάδα του.
«Ξεμυαλίστηκε και άρχισε να λέει πως δεν του έφθαναν τα λεφτά. Έλεγε πως χρωστούσε τάχα φόρους στην εφορία. Για να μας κάνει τάχα να τον πιστέψουμε μάς έφερε κάποτε και έναν φίλο του εφοριακό και άλλοτε κάτι αποδείξεις παλιές. Ετσι μας τραβούσε χρήματα. Η καημένη η μητέρα μου πλήρωνε. Τι να κάνει; Μα το κακό παράγινε. Πάντα ήταν χρεωμένος».
Τον Μάιο του ίδιου έτους το δικαστήριο καταδίκασε σε τετράκις εις θάνατον τον Βασίλη Λυμπέρη και τον Αύγουστο, στην περιοχή Δύο Αοράκια του Ηρακλείου, που τώρα βρίσκεται το κλειστό γήπεδο μπάσκετ, εκτελέστηκε. Ήταν ο τελευταίος στην Ελλάδα που οδηγήθηκε στη θανατική ποινή.

Το γράμμα στη μάνα του
Ο Λυμπέρης οδηγήθηκε στις φυλακές της Νέας Αλικαρνασσού και όταν ενημερώθηκε πως η αίτηση χάριτος απορρίφθηκε κατέρρευσε. Ιερέας πήγε να τον κοινωνήσει και να τον εξομολογήσει ενώ το προηγούμενο βράδυ ο Λυμπέρης είχε γράψει ένα γράμμα προς τη μάνα του, μέσα από το οποίο ζητούσε συγγνώμη για τον πόνο που προκάλεσε σ΄εκείνη και τ’ αδέλφια του. Για τα θύματά του και δη τα παιδιά του δεν είχε κάνει την παραμικρή αναφορά.
Δώδεκα έφεδροι στρατιωτικοί με Μ1 είχαν στηθεί στον χώρο εκτέλεσης. Από τους δώδεκα όμως, μόνο οι έξι είχαν στα όπλα τους κανονικές σφαίρες, για να μην γνωρίζει ποιος τον σκότωσε τελικά και να μην έχει τύψεις. Το μόνο που ακούστηκε μετά την εκκωφαντική σιωπή, ήταν η κραυγή της μάνας του και το σπαραχτικό «Βασίλη μου»!
Ο επικεφαλής υπολοχαγός ήταν εκείνος που όφειλε να δώσει τη χαριστική βολή. Στη θέα του Λυμπέρη που ψυχορραγούσε αρνείται να τον εκτελέσει και δίνει διαταγή στον επιλοχία, ο οποίος όμως επίσης μοιάζει να λυγίζει. Αφήνει στην άκρη το περίστροφό του και παίρνει ένα αυτόματο όπλο. Στρέφει το βλέμμα του σε άλλη κατεύθυνση και πατάει τη σκανδάλη αφήνοντας μια ολόκληρη ριπή από σφαίρες να διαπεράσει το σώμα του θανατοποινίτη, με αποτέλεσμα να παραμορφωθεί το πρόσωπό του.
Ο επιλοχίας το έφερε βαρέως όμως και έξι μήνες αργότερα απαλλάχθηκε των καθηκόντων του από τον διοικητή της ΣΕΑΠ. Μονολογούσε συνεχώς πως εκείνος ήταν που τον σκότωσε και φαίνεται πως αυτό το βάρος κουβάλησε σε όλη του τη ζωή.

Η Χούντα γλίτωσε από το απόσπασμα τον Αγγελόπουλο
Όσο για τον Παύλο Αγγελόπουλο, το κακουργιοδικείο αποφάσισε να σταλεί στο εκτελεστικό απόσπασμα, όμως ο δικτάτορας Παπαδόπουλος δεν επικύρωσε τη απορριπτική στην αίτηση χάριτος γνωμοδότηση του συμβουλίου. Την εποχή τέλεσης του φονικού δεν είχε κλείσει τα 18 και του έδειξε έλεος.
Μετά την πτώση της χούντας, η εσχάτη των ποινών μετατράπηκε σε ισόβια, ενώ στα μέσα της δεκαετίας του ’90 αποφυλακίστηκε. Ήταν πλέον 45άρης και είχε περάσει πάνω από τα μισά από τα χρόνια του σ΄ένα κελί.
- Κρυφτό με τον θάνατο: Οι ηγέτες που ήταν βαριά άρρωστοι και δεν το αποκάλυψαν ποτέ
- Ελευσίνα: «Η κόρη έκλαιγε και προσπαθούσε να την βοηθήσει» – Η μαρτυρία που φωτίζει το τραγικό δυστύχημα
- Ιωάννα Τούνη: «Μου αξίζει να πάω μια φορά ταξίδι στη ζωή μου χωρίς να πληρώνω εγώ»
- Deal: Άνοιξε το κουτί και το έριξε στον χορό - Ποσό «όνειρο» για την παίκτρια
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.