Μενού
Έντβαρντ Μουνκ
Η Κραυγή του Έντβαρντ Μουνκ | Getty Images
  • Α-
  • Α+

Τι σας έρχεται στο μυαλό ακούγοντας το όνομα Έντβαρντ Μουνκ; Οι περισσότεροι ξέρουμε ότι ήταν ζωγράφος, πολλοί γνωρίζουν την εθνικότητα (Νορβηγός) και την καλλιτεχνική δράση του. Αλλά ακόμα κι όσοι δεν τον έχουν καν ακουστά, σίγουρα έχουν κάπου, κάποτε δει, το πλέον διάσημο έργο του. Σε ιστοσελίδα τέχνης, μουσείο, μπρελόκ ή emoji...

Ο Μουνκ δεν μπορεί να συναγωνιστεί τη φήμη του Ντα Βίντσι, όμως η «Κραυγή», που εμπνεύστηκε σε μια βραδινή βόλτα με φίλους κοντά στον λόφο Έκενμπεργκ, θεωρείται σήμερα το πιο αναγνωρίσιμο έργο τέχνης μετά τη «Μόνα Λίζα». Η φήμη της έχει ξεπεράσει αυτήν του δημιουργού της, ο οποίος μέσα σε μια κοσμοπολίτικη, μποέμικη ζωή, γεμάτη ταξίδια, έρωτες, δαίμονες, απώλειες κι αλκοόλ, κατάφερε μέσα από την τέχνη του να αποτυπώσει σε ακραία βάθη το ανθρώπινο συναίσθημα.

Ασθένεια, τρέλα και θάνατος

Ο Έντβαρντ Μουνκ έγινε διάσημος εν ζωή, όμως η σπουδαία κι ακόμα ζωντανή επιρροή του αναδείχτηκαν μετά τον θάνατο του, σαν σήμερα, στις 23 Ιανουαρίου 1944, σε ηλικία 80 ετών.

Γεννήθηκε στην Κριστιανία -σημερινό Όσλο- στις 12 Δεκεμβρίου 1863 και μεγάλωσε σε μια οικογένεια χτυπημένη από την απώλεια και την ψυχική ασθένεια. Σε ηλικία πέντε ετών έχασε τη μητέρα του από φυματίωση, λίγο αργότερα και την 14χρονη μεγαλύτερη αδερφή του, ενώ η μικρότερη θα περνούσε μεγάλο μέρος της ζωής της σε ίδρυμα για ψυχικά ασθενείς.

Ο ίδιος πάλεψε σε όλη του τη ζωή με το φόβο του θανάτου και της ασθένειας, ενώ είχε πει χαρακτηριστικά: «Κληρονόμησα δύο από τους πιο φοβερούς εχθρούς της ανθρωπότητας -τη φυματίωση και την παραφροσύνη. Η ασθένεια, η τρέλα και ο θάνατος ήταν οι μαύροι άγγελοι που στάθηκαν στην κούνια μου».

Λόγω ασθενικής φύσης, εκπαιδεύτηκε κυρίως στο σπίτι, όπου περνούσε μεγάλο χρονικό διάστημα, ζωγραφίζοντας ό,τι έβλεπε μέσα κι έξω από τα παράθυρα του: πορτρέτα της οικογένειας, δωμάτια, τοπία και εικόνες της φαντασίας του. Στα 17 του έγραφε στο ημερολόγιο του: «Η τελική απόφαση μου είναι να γίνω ζωγράφος».

Οι μποέμ παρέες και ο πρώτος έρωτας

Το 1880 βάζει την απόφαση σε πράξη με την εγγραφή του στη Βασιλική Σχολή Τέχνης και Σχεδίου στην Κριστιανία. Νοικιάζει με έξι φίλους ένα στούντιο στο κέντρο της πόλης κι αγκαλιάζει με πάθος τον μποέμ τρόπο ζωής των καλλιτεχνικών κύκλων.

Την ίδια χρονιά γνωρίζει και τον πρώτο μεγάλο έρωτα στο πρόσωπο της μεγαλύτερης και παντρεμένης Milly Thaulow. Γράφει γι’ αυτή την παθιασμένη αλλά απαγορευμένη σχέση στους φίλους του, στα μέλη μιας παρέας καλλιτεχνών και διανοούμενων που αυτοαποκαλούνται Kristiania Bohemians κι εκφράζουν ριζοσπαστικές για την εποχή απόψεις (περί αυτοδιάθεσης κι ελεύθερου έρωτα).

Το 1886 συμμετέχει στην ετήσια έκθεση νέων καλλιτεχνών, με τον πίνακα «Το άρρωστο παιδί», που είναι φανερά επηρεασμένος από την απώλεια της αδερφής του. Το έργο διχάζει, προκαλεί, δέχεται εντονότατες κριτικές και σίγουρα κάνει εντύπωση.

«Το άρρωστο παιδί»
«Το άρρωστο παιδί» | Getty images

Το 1889 επιχειρεί την πρώτη του προσωπική έκθεση, που τον βοηθά να κερδίσει υποτροφία ενός χρόνου στο Παρίσι. Αποχαιρετά τον πατέρα του κι αλλάζει χώρα, χωρίς να ξέρει πως ήταν η τελευταία φορά που θα τον έβλεπε.

Ο θάνατος του, λίγους μήνες μετά, βυθίζει τον Μουνκ σε κατάθλιψη. Απομονώνεται σε ένα κρύο και σκοτεινό διαμέρισμα, παραμελεί τον εαυτό του και την τέχνη του, μέχρι που ακριβώς αυτή του δίνει διαφυγή σε μια νέα απόφαση: να τη χρησιμοποιήσει ως όχημα για ένα ταξίδι στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής.

Ζωγραφίζοντας ανθρώπους, που αγαπούν και υποφέρουν

Το 1892 τον καλούν να παρουσιάσει τη δουλειά του στην πρώτη του διεθνή έκθεση στο Βερολίνο, που «κατεβαίνει» στην πρώτη εβδομάδα. Πολλοί κριτικοί αντιδρούν με αηδία στους πίνακες του, που θεωρούνται υπερβολικά προκλητικοί, ζωγραφισμένοι ωμά έως χυδαία και χαρακτηρίζονται προσβολή για την τέχνη από τους συντηρητικούς κύκλους.

Υπάρχουν, όμως, και οι φωνές των πιο προοδευτικών, όπως ο Αύγουστος Στρίντμπεργκ, που εκτιμούν το συναίσθημα που πάλλεται στις μορφές του, που δεν μένουν στατικές. Κι ο ίδιος δηλώνει ικανοποιημένος. Οργανώνει περιοδεία της έκθεσης στη Γερμανία, ενώ σε επιστολή στη θεία του αναφέρει: «Δεν θα μπορούσα να έχω καλύτερη διαφήμιση».

Την εποχή εκείνη μια πολυεθνική παρέα διανοούμενων που ζει και δημιουργεί στο Βερολίνο περνά τα βράδια της σε ένα wine bar που ο Στρίντμπεργκ αποκαλεί «Το μικρό μαύρο γουρούνι». Είναι ένας τόπος ελευθερίας υπερβολής και ζωηρών συζητήσεων για τη ζωή και την τέχνη, με τη συνοδεία άφθονης ποσότητας από αλκοόλ.

Σε αυτή την περίοδο, ο Μουνκ δημιουργεί κάποια από τα διασημότερα έργα του, όπως η «Κραυγή» (1893) και η «Madonna», πιστός στη διαδρομή που υπαγορεύει η φράση του: «Ας μη ζωγραφίζουμε πια εσωτερικούς χώρους, με ανθρώπους που διαβάζουν και γυναίκες που πλέκουν. Ας ζωγραφίσουμε ζωντανούς ανθρώπους, που αναπνέουν κι αισθάνονται, που αγαπούν και υποφέρουν».

«Κραυγή»
«Κραυγή» | Getty Images

Οι γυναίκες της ζωής του

Οι σχέσεις του με τις γυναίκες μπορούν να χαρακτηριστούν πολύπλοκες. Άλλοτε γίνονταν ερωμένες και μούσες του κι ενέπνεαν εξιδανικευμένα πορτρέτα, κι άλλοτε εμφανίζονταν εκδικητικές, μοιραίες ή παραδομένες.

Συνολικά, η πορεία του δείχνει πως αγαπούσε με πάθος τις γυναίκες, όχι όμως και τις μόνιμες σχέσεις και δεν εξέφρασε ποτέ διάθεση να γίνει πατέρας. O φόβος του για τη δέσμευση, που σύμφωνα με αναλυτές του άγγιζε τα όρια της νεύρωσης, βρήκε σθεναρή αντίθεση στο πάθος του για την Τούλα Λάρσεν, με την οποία γνωρίστηκε το 1898.

Διαβάστε ακόμα: Η νέα σειρά του Netflix κρύβει μέσα της ένα ασύλληπτο μυστήριο

Έγιναν αμέσως ζευγάρι, κι όσο κι αν προσπάθησε να την αποφύγει, για τέσσερα χρόνια, υπήρξε πιστή συνοδοιπόρος στη ζωή και τα τα ταξίδια του. Το τέλος της σχέσης τους ήρθε ύστερα από έναν θυελλώδη καβγά, που περιλάμβανε και τον μόνιμο τραυματισμό του στο αριστερό χέρι, από πιστόλι που -κατά τον ίδιο- εκπυρσοκρότησε κατά λάθος, γιατί είχε πιει πολύ.

«Τα κορίτσια στη Γέφυρα»
«Τα κορίτσια στη Γέφυρα» | Getty Images

Το 1902 παρουσιάζει τον κύκλο έργων που ονομάζει «Ζωφόρος της Ζωής - Ένα Ποίημα για τη Ζωή, τον Έρωτα και το Θάνατο». Κύρια μοτίβα του όλα τα στάδια της ανθρώπινης ύπαρξης: η λαχτάρα και η απελπισία του έρωτα, το άγχος, η ζήλια, η απιστία και η ταπείνωση, ο χωρισμός και ο θάνατος.

Την ίδια χρονιά αναπτύσσει φιλικές κι ερωτικές σχέσεις με τη Βρετανή βιρτουόζο του βιολιού Έβα Μουντότσι, την οποία υμνεί με τη φράση «το πρόσωπο σου ενσαρκώνει ό,τι είναι τρυφερό σε αυτό τον κόσμο» και παραδίδει στην αιωνιότητα, φιλοτεχνώντας τρεις λιθογραφίες της (με διασημότερη αυτήν με τίτλο The Brooch).

Η επιστροφή στις ρίζες

Την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα η καριέρα του βρίσκεται σε άνοδο, αλλά η σωματική και ψυχική υγεία του επιδεινώνονται. Ταξιδεύει αδιάκοπα, πίνει υπερβολικά, ζωγραφίζει σαν τρελός και βρίσκεται σε μια διαρκή κατάσταση έντασης και νευρικότητας. Το 1908, στα όρια της εξάντλησης, ζητά να νοσηλευτεί σε ιδιωτική κλινική, όπου παραμένει για αρκετούς μήνες. Για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια, απέχει πλήρως από το αλκοόλ.

Νοικιάζει ένα σπίτι σε μια μικρή ψαράδικη πόλη στη νότια Νορβηγία, και επιστρέφει οριστικά στην πατρίδα του. Μεταξύ 1909 και 1916 εργάζεται για τη διακόσμηση της αίθουσας τελετών του Πανεπιστημίου του Όσλο. Οι πίνακες που δημιουργεί σε γιγαντιαίους καμβάδες είναι γεμάτοι ζωή και ενέργεια.

Το 1916 αγοράζει μια βίλα ελβετικού ρυθμού στα περίχωρα του Όσλο κι εγκαθίσταται εκεί, παρέα με τα πινέλα, τα μοντέλα και τα ζώα του. Ζωγραφίζει τα άλογα στα λιβάδια τους, το δάσος με τις φτελιές, τον κήπο με τα οπωροφόρα δέντρα, με δυναμικές και πολύχρωμες πινελιές. Γίνεται χορτοφάγος κι αφιερώνει τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην τέχνη του, με μόνιμους συντρόφους τα αγαπημένα του σκυλιά.

Συνεχίζει να ζωγραφίζει ακούραστα μέχρι το τέλος της ζωής του. Δημιουργεί πίνακες, λιθογραφίες, γλυπτά, ενώ παράλληλα, βγάζει φωτογραφίες, κυρίως πορτρέτα συνεργατών και φίλων, πολύ συχνά του εαυτού του. Θεωρείται ο καλλιτέχνης που έβγαλε κάποιες από τις πρώτες selfie και μάλιστα στημένες θεατρικά, στον κήπο του, ή ποζάροντας μπροστά σε δημιουργίες του.

Διαβάστε ακόμα: Αγγελική Νικολούλη στο Reader: «Ο τρόπος μου να πω ότι δεν είμαι άτρωτη»

Πνεύμα ανήσυχο, παρακολουθεί με ενδιαφέρον την εξέλιξη της τέχνης, του κινηματογράφου και της τεχνολογίας κι είχε μάλιστα προβλέψει σε επιστολή σε φίλο του τη μέρα που ο καθένας, θα είχε ένα μικρό τηλέφωνο στην τσέπη του.

Ο θάνατος τον βρήκε ήρεμα στον ύπνο του, τον Ιανουάριο του 1944. Σύμφωνα με την προσωπική επιθυμία του, το σύνολο του έργου του κληροδοτήθηκε στον δήμο του Όσλο. «Πέρασα όλη μου την ζωή, περπατώντας στην κόψη ενός απύθμενου χάσματος» έγραψε κάποτε. Αλλά «χωρίς τη νεύρωση και το άγχος, θα ήμουν ένα πλοίο χωρίς πηδάλιο».

Η ιστορία της «Κραυγής»

Το πιο διάσημο έργο του, η «Κραυγή», θεωρείται σήμερα το απόλυτο σύμβολο του φόβου και της αγωνίας. Το εμπνεύστηκε ύστερα από μια βραδινή βόλτα στο Όσλο, σε μια περιοχή κοντά στο άσυλο όπου έζησε η αδερφή του και σε ένα σφαγείο ζώων. Σε μια περίοδο έντονου άγχους, αλκοόλ και αγωνίας για τον εαυτό του και την τέχνη του.

Όπως ο ίδιος αργότερα έγραψε: «Περπατούσα κατά μήκος του δρόμου με δυο φίλους. Ο ήλιος έδυε, ο ουρανός γύρισε σε ένα αιματηρό κόκκινο. Κι ένιωσα μια πνοή μελαγχολίας. Τα φιόρδ και η πόλη έσταζαν αίμα και γλώσσες φωτιάς. Οι φίλοι μου συνέχισαν. Έμεινα πίσω. Έτρεμα από ανησυχία. Και ξαφνικά ένιωσα τη μεγάλη κραυγή στη φύση».

Μέσα σε 27 χρόνια, δημιούργησε πέντε εκδοχές του έργου: δύο πίνακες, δύο έργα με παστέλ και τουλάχιστον μια λιθογραφία, σύμφωνα με την προσφιλή του τακτική να πειραματίζεται, να δημιουργεί συχνά μια δεύτερη και τρίτη εκδοχή για τους πίνακες του, ώστε να διατηρούν έναν κρυφό εαυτό -και παράλληλα να μην τους αποχωρίζεται, γιατί όπως έλεγε ήταν παιδιά του.

Στα σκίτσα που προηγούνται της τελικού πίνακα, φαίνεται ότι αρχική πρόθεση του Μουνκ ήταν να ζωγραφίσει προφίλ έναν καλοντυμένο άντρα, που ατενίζει μελαγχολικά το τοπίο.

«Κραυγή»
«Κραυγή» | Getty Images

Σταδιακά η μορφή γύρισε προς τον θεατή, έγινε πιο ρευστή, ανώνυμη και χωρίς φύλο, γεγονός που επιτρέπει σε όλους ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου, φυλής ή πολιτισμού να ταυτιστούν μαζί της.

Η δημοτικότητα της εκτοξεύτηκε μετά τον θάνατο του Νορβηγού ζωγράφου, με σημεία σταθμούς το εξώφυλλο που της αφιέρωσε το Time το 1961 με τίτλο «Η ανατομία της αγωνίας» και η σειρά μεταξοτυπιών αντιγράφων της, που δημιούργησε το 1983 ο Άντι Γουόρχολ.

Έκτοτε, η «Κραυγή», ο μύθος της οποίας απογειώθηκε ύστερα από δύο ληστείες, υπάρχει παντού: σε μαγνητάκια ψυγείου και γραμματόσημα, στους Simpsons, στα κινηματογραφικά «Scream», στην έκφραση του μόνου στο σπίτι Μακόλεϊ Κάλκιν στην αφίσα της ταινίας και στους εξωγήινους του Doctor Who, ενώ έχει μέχρι και δικό της emoji.

Παρούσα σε σκίτσα, μπλουζάκια, social media, πολιτικές ή κοινωνικές διαδηλώσεις, εξακολουθεί να μιλά στις καρδιές των ανθρώπων ανεξαρτήτως ηλικίας, θρησκείας, φύλου, ή εκπαίδευσης. Άηχα, αλλά σε εκκωφαντικό βάθος.

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...