Μενού
eam
Αντάρτες του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ | Wikipedia
  • Α-
  • Α+
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του reader.gr στην Google

Οι πρόσφατες φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 της Καισαριανής ανέδειξαν ένα παράδοξο: ενώ η Εθνική Αντίσταση, σχεδόν 45 χρόνια μετά την αναγνώρισή της το 1982 από την πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, έχει ενταχθεί στο εθνικό αφήγημα, στο συλλογικό υποσυνείδητο δεν έχει πάψει να αποτελεί πεδίο έντονης αμφισβήτησης.

Πτυχές της, όπως η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου, τιμώνται σε σχολικές γιορτές και δημόσιες εκδηλώσεις, ενώ η Αντίσταση στο σύνολό της αποτελεί μέρος της διδακτέας ύλης στα σχολικά βιβλία ιστορίας. Κεντρικές οδοί μεγάλων πόλεων φέρουν το όνομα της, ενώ το επίσημο ελληνικό κράτος τιμά τη μνήμη της στις 25 Νοεμβρίου.

Ωστόσο, ακόμη και η απλή αναφορά στην Εθνική Αντίσταση και σε επιμέρους επεισόδιά της — όπως συνέβη πρόσφατα με αφορμή τις φωτογραφίες των εκτελεσμένων της Καισαριανής — αρκεί για να ανοίξει ένα καλά σφραγισμένο καπάκι, απ’ όπου ξεπροβάλλουν σύνδρομα, στερεότυπα και προκαταλήψεις άλλων εποχών. Περιδιαβαίνοντας κανείς τις ατραπούς του ελληνόφωνου διαδικτύου, ιδίως των κοινωνικών δικτύων, συναντά όχι απλώς διαφωνίες για τα γεγονότα — όπως είναι λογικό για κάθε ιστορική περίοδο — αλλά έντονες αντιπαραθέσεις που συνδέονται άμεσα με τη σημερινή πολιτική πραγματικότητα. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι πρόκειται για πρόσφατα γεγονότα, παρά την απόσταση του χρόνου και το πέρασμα στην αιωνιότητα των ανθρώπων που τα έζησαν από πρώτο χέρι.

vivlio
Το εξώφυλλο του βιβλίου

Γιατί έγινε η Εθνική Αντίσταση; Ποιοι συμμετείχαν και γιατί; Ήταν η συμβολή της σημαντική και αναγκαία για την τελική νίκη, δεδομένου του βαρέος φόρου αίματος από τα — κυρίως γερμανικά — αντίποινα; Ποιος απελευθέρωσε την Ελλάδα: ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ ή ο στρατός των Συμμάχων; Αυτά τα ερωτήματα μοιάζουν να απασχολούν ακόμη τον μέσο Έλληνα. Πολύ περισσότερο, δε, επανανοηματοδοτούνται με βάση τις πρόσφατες εμπειρίες του ελληνικού λαού. Δεν είναι τυχαίο ότι, κατά την οικονομική και πολιτική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, χρησιμοποιήθηκαν στον πολιτικό λόγο όροι και συμβολισμοί κυρίως από αυτή την περίοδο, όπως οι περίφημοι «γερμανοτσολιάδες».

ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ και το προοίμιο του Εμφυλίου

Με βάση τα παραπάνω, το βιβλίο του ιστορικού Σπύρου Τσουτσουμπή με τίτλο ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ: Οι Λαϊκοί Στρατοί της Αντίστασης, από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος, επιχειρεί κάτι ιδιαίτερα φιλόδοξο: να μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο της πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης σε εκείνο του ανθρώπινου βιώματος των ίδιων των μαχητών. Στρέφοντας το βλέμμα του στους απλούς ανθρώπους που στελέχωσαν τον ΕΔΕΣ και τον ΕΛΑΣ και εξετάζοντας τόσο τα κοινωνικά χαρακτηριστικά τους όσο και τα κίνητρα της ένταξής τους στις οργανώσεις, προσφέρει μια νέα ματιά σε ένα μωσαϊκό ιστορικών καταγραφών, το οποίο συχνά προσεγγίζει την περίοδο 1941-1944 μέσα από το πρίσμα της κατοπινής σύρραξης του Εμφυλίου και όχι της ίδιας της Κατοχής.

tsoutsoumpis
Ο συγγραφέας, Σπύρος Τσουτσουμπής

Ο συγγραφέας, ο οποίος διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, αποτελεί εξέχον μέλος μιας σχετικά νέας γενιάς ιστορικών και κοινωνικών επιστημόνων που πατά γερά στην ελληνική εμπειρία, αλλά ταυτόχρονα συνομιλεί με τη διεθνή ιστοριογραφία. Στο βιβλίο — που αποτελεί μετάφραση της αγγλικής έκδοσης, η οποία με τη σειρά της βασίστηκε στο διδακτορικό του — δεν επιτρέπει σε ισοπεδωτικές ιδεολογικές προσεγγίσεις να επηρεάσουν την αφήγησή του, σεβόμενος τη μέθοδο της Ιστορίας ως επιστήμης και όχι ως απλής καταγραφής γεγονότων ή πολιτικού εγχειρήματος.

Έχοντας συγγράψει, μαζί με τον πολιτικό επιστήμονα Στάθη Καλύβα, το κεφάλαιο για τον Εμφύλιο στον πρόσφατο συλλογικό τόμο του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, καθώς και μια πρόσφατη μελέτη για τα Δεκεμβριανά, μετέχει ενεργά στην πλούσια ιστοριογραφική παραγωγή των τελευταίων δεκαετιών για την κρίσιμη δεκαετία του 1940. Στα επόμενα βιβλία του, τα οποία αναμένεται να εκδοθούν σύντομα, καταπιάνεται με δύο εξίσου δύσκολα θέματα: τους Τσάμηδες — άλλο ένα ταμπού της περιόδου, για το οποίο η συλλογική μνήμη είναι έμπλεη παρεξηγήσεων και στερεοτύπων (ακούστε τα σχετικά podcast εδώ και εδώ) — και τη λεγόμενη «λευκή τρομοκρατία».

Η Αντίσταση από μέσα

Η βασική αρετή του βιβλίου είναι η κοινωνιολογική του προσέγγιση, καθώς ο Τσουτσουμπής επιχειρεί να αναλύσει την περίοδο χρησιμοποιώντας μια σχετικά νέα ιστοριογραφική μεθοδολογία, τη λεγόμενη «ιστορία από τα κάτω». Δεν αντιμετωπίζει τους αντάρτες ως αφηρημένα πολιτικά υποκείμενα που συμμετέχουν σε μια κοσμοϊστορική σύγκρουση διαφορετικών ιδεολογικών και γεωπολιτικών στρατοπέδων, έχοντας πλήρη επίγνωση του ιστορικού τους ρόλου, αλλά ως απλούς ανθρώπους της υπαίθρου, για τους οποίους η βία της Κατοχής δεν αποτελεί επιλογή αλλά ανάγκη.

Μέσα από μαρτυρίες, ημερολόγια, συνεντεύξεις και άλλο πρωτογενές υλικό, φωτίζει την Αντίσταση της υπαίθρου ως καθημερινό βίωμα, που μόνο συγκυριακά τέμνεται με τον ηρωισμό. Αναλύει τη σχέση των αγωνιστών με τις τοπικές κοινωνίες και τις ιδιαιτερότητές τους, αναδεικνύοντας ακόμη και στοιχεία που ενδεχομένως να προκαλέσουν έκπληξη στον αναγνώστη, όπως η επαφή με το θρησκευτικό ή ακόμη και το μεταφυσικό στοιχείο.

katoxiko5
Ναζί αξιωματικοί μπροστά από συσσίτιο τροφίμων | YouTube

Ακολουθώντας αυτή την αυστηρά επιστημονική προσέγγιση, το βιβλίο αποφεύγει σε μεγάλο βαθμό την παγίδα της αγιογραφίας. Αν και δεν απουσιάζει η διεθνής διάσταση — κυρίως η επιρροή της Βρετανικής Αποστολής που έφτασε στην Ελλάδα το 1942 — η έμφαση δίνεται κυρίως στις τοπικές δυναμικές που αναπτύχθηκαν στην ελληνική ύπαιθρο. Ο συγγραφέας αναγνωρίζει ότι τόσο ο ΕΛΑΣ όσο και ο ΕΔΕΣ υπήρξαν μαζικά λαϊκά κινήματα, τα οποία σταδιακά εμπλέκονταν ολοένα και περισσότερο σε μια σύγκρουση με χαρακτηριστικά εμφυλίου πολέμου. Η πρώτη μεταξύ τους σύγκρουση, εν μέσω της Κατοχής — ο περίφημος «πρώτος γύρος» του 1943, που αναμφισβήτητα αποτέλεσε προοίμιο του Εμφυλίου Πολέμου — αναδεικνύεται ως κομβικό σημείο, το οποίο καθόρισε τις μετέπειτα εξελίξεις.

Σε αντίθεση με μεγάλο μέρος της πολιτικά χρωματισμένης ιστοριογραφίας, ο Τσουτσουμπής δεν εξωραΐζει ούτε δαιμονοποιεί καμία πλευρά. Αντίθετα, προσπαθεί να εξηγήσει γιατί χιλιάδες άνθρωποι οδηγήθηκαν στις συγκεκριμένες οργανώσεις και γιατί η σύγκρουση έλαβε τόσο βίαιη μορφή. Έτσι, ο αναγνώστης σχηματίζει μια πιο καθαρή εικόνα για τις ελπίδες και τους φόβους που κουβαλούσαν οι άνθρωποι της εποχής, αλλά και για τους λόγους που οδήγησαν την Ελλάδα από την Αντίσταση στον Εμφύλιο.

Ο ιστορικός διαθέτει την ικανότητα να συνδυάζει την ακαδημαϊκή τεκμηρίωση με μια ρέουσα γραφή — κάτι όχι αυτονόητο για την εξειδικευμένη ελληνική ιστοριογραφία, η οποία συνήθως απευθύνεται σε περιορισμένο και ειδικευμένο κοινό. Έχοντας προλάβει, σε ώριμη πλέον ηλικία, αρκετούς ανθρώπους που συμμετείχαν στην Αντίσταση και πραγματοποιώντας μαζί τους προφορικές συνεντεύξεις, αποδίδει τις εμπειρίες τους με σεβασμό στην αυθεντικότητα — και, ενίοτε, στην αντιφατικότητα — των μαρτυριών τους.

Ως Ηπειρώτης, γνωρίζει σε βάθος το τοπίο, την ανθρωπογεωγραφία, τις παραδόσεις, τα τοπικά δίκτυα, ακόμη και τις οικογενειακές σχέσεις ενός από τα βασικά πεδία δράσης της Αντίστασης, της Ηπειρώτικης υπαίθρου. Έτσι, κατορθώνει να αποδώσει με ενάργεια σκηνές από την καθημερινότητα των ανταρτών. Μικρές ανθρώπινες ιστορίες — όπως εκείνες ΕΛΑΣιτών που αργότερα εντάχθηκαν στα Τάγματα Ασφαλείας — προσδίδουν στο βιβλίο μια σχεδόν λογοτεχνική υφή.

Ταυτόχρονα, το βιβλίο ανοίγει έναν ουσιαστικό διάλογο με τη σύγχρονη ελληνική ιστοριογραφία για την Κατοχή. Για πολλές δεκαετίες, τόσο η ιστορική καταγραφή όσο και η δημόσια συζήτηση ταλαντεύονταν ανάμεσα στη μεταπολεμική αντικομμουνιστική αφήγηση και στην εξιδανίκευση της αντιστασιακής Αριστεράς. Από τις αρχές του 21ου αιώνα, ωστόσο, αναπτύχθηκε μια νέα τάση — με κύριους εκπροσώπους τους Στάθη Καλύβα και Νίκο Μαραντζίδη — η οποία αμφισβητεί πολλά από τα θέσφατα της ιστοριογραφίας της Μεταπολίτευσης. Ο Τσουτσουμπής επιχειρεί μια πιο ανθρωποκεντρική ανάγνωση, πιο κοντά στις νεότερες διεθνείς τάσεις της ιστορικής επιστήμης. Σε αυτό το επίπεδο, το έργο του αποτελεί σημαντική συμβολή, ακόμη κι αν δεν ικανοποιήσει τους αναγνώστες που αναζητούν τη δικαίωση της μίας ή της άλλης πλευράς.

emfylios
Αντάρτες του ΕΛΑΣ στη μάχη της Αθήνας, την περίοδο των «Δεκεμβριανών»

Ορισμένες απόψεις του ιστορικού — όπως η θέση ότι η εμφάνιση των Ταγμάτων Ασφαλείας, των περίφημων «γερμανοτσολιάδων», υπήρξε εν μέρει απάντηση των τοπικών κοινωνιών στη βία του ΕΛΑΣ, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου ακολούθησαν γερμανικά αντίποινα — ενδέχεται να ξενίσουν τον αναγνώστη που είναι περισσότερο εξοικειωμένος με την αριστερόστροφη ιστοριογραφία της Αντίστασης. Εντύπωση προκαλεί και η έμφαση σε ένα στοιχείο που παραμένει επίκαιρο και στον σημερινό δημόσιο λόγο: τις πελατειακές σχέσεις, τόσο στα πρώτα βήματα των αντιστασιακών οργανώσεων όσο και στο πλαίσιο της περίφημης «Κυβέρνησης του Βουνού» (ΠΕΕΑ).

Ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια της Κατοχής, πολλοί άνθρωποι εντάσσονταν στις αντιστασιακές ομάδες της επαρχίας περισσότερο για λόγους επιβίωσης — κυρίως μέσω προσωποπαγών τοπικών και συγγενικών δικτύων — παρά για ιδεολογικούς ή πατριωτικούς λόγους. Αρκετοί, μάλιστα, είχαν και παρελθόν ανομίας.

Ο μεγάλος όγκος πληροφοριών ενδέχεται να αποπροσανατολίσει τον μη εξοικειωμένο αναγνώστη, ενώ η έμφαση στη λαϊκή βάση των οργανώσεων αφήνει σχετικά λιγότερο χώρο στην ανάλυση των πολιτικών παραγόντων που επηρέασαν την Αντίσταση. Όπως, άλλωστε, διευκρινίζει και ο ίδιος ο συγγραφέας, το βιβλίο επικεντρώνεται κυρίως στη δράση των αντιστασιακών ομάδων στην ύπαιθρο και όχι στα αστικά κέντρα.

Συνολικά, ωστόσο, το ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ: Οι λαϊκοί στρατοί της Αντίστασης αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πρόσφατα έργα για την περίοδο της Κατοχής. Πρόκειται για ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί τόσο από ειδικούς όσο και από αναγνώστες που επιθυμούν να προσεγγίσουν την ιστορία της Αντίστασης έξω από τα συνηθισμένα ιδεολογικά στερεότυπα.

Το ανεπούλωτο τραύμα του Εμφυλίου

Θα μπορούσε κανείς να αναμένει μια αντίστοιχη μελέτη και για το άλλο μεγάλο κεφάλαιο της περιόδου, τον Εμφύλιο Πόλεμο; Είναι άραγε πλέον αργά για να γραφτεί ένα τέτοιο έργο, δεδομένου ότι η συντριπτική πλειονότητα όσων συμμετείχαν στα γεγονότα δεν βρίσκεται πια στη ζωή;

Ίσως όχι. Η πληθώρα γραπτών μαρτυριών που διαθέτουμε για τη συγκεκριμένη περίοδο εξακολουθεί να αφήνει περιθώρια για μια επιστημονική προσέγγιση της αδελφοκτόνου σύγκρουσης, όχι μέσα από τα σχήματα του «κόκκινου» και του «μαύρου», αλλά μέσα από τις γκρίζες αποχρώσεις του ανθρώπινου βιώματος.

Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: είναι αρκετά ώριμη η ελληνική ιστοριογραφία — και κυρίως το ελληνικό αναγνωστικό κοινό — ώστε να προσεγγίσουν τον Εμφύλιο και τις εμπειρίες των ανθρώπων με αποστασιοποιημένη ωριμότητα και ψύχραιμη επιστημονική ματιά;

Όπως επισημαίνει ο κ. Τσουτσουμπής σε σχετικό podcast του Reader για την Αντίσταση, σε ζητήματα όπως αυτά δύσκολα μπορεί να υπάρξει μια καθολικά αποδεκτή αφήγηση, ένα πραγματικό επιστημονικό consensus. Παρ’ όλα αυτά, ίσως σήμερα να είμαστε περισσότερο έτοιμοι να συζητήσουμε τα θέματα αυτά χωρίς προκαταλήψεις και στερεότυπα, με σεβασμό στις μαρτυρίες των ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα.

Ακούστε τα σχετικά podcast για την Εθνική Αντίσταση με τον κ. Τσουτσουμπή:

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...