Μενού
Ντοναλντ-Τραμπ
Ντόναλντ Τραμπ | ΑΠΕ-ΜΠΕ
  • Α-
  • Α+
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του reader.gr στην Google

Μέσα σε έναν μήνα ο Ντόναλντ Τραμπ από τη μία χαιρέτισε την κατάπαυση του πυρός και από την άλλη διέταξε εκ νέου επιθέσεις κατά του Ιράν. Η κίνησή του σύμφωνα με ειδικούς αναλυτές, ενδέχεται να παρατείνει τον πόλεμο και να κοστίσει πολιτικά στους Ρεπουμπλικανούς ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.

Η τακτική του Ντόναλντ Τραμπ να παίρνει αποφάσεις υψηλού ρίσκου έξω από τους καθιερωμένους κανόνες προκειμένου να πετύχει τον στόχο του διαχρονικά του έχει αποφέρει σημαντικά οφέλη, επιτρέποντάς του να επιβιώσει από αλλεπάλληλες χρεοκοπίες και να εξελιχθεί σε δισεκατομμυριούχο, αλλά και να ξεπεράσει σειρά νομικών και πολιτικών σκανδάλων, φτάνοντας δύο φορές μέχρι την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ωστόσο, αυτή τη στιγμή φαίνεται έτοιμος να πάρει το μεγαλύτερο πολιτικό ρίσκο της προεδρίας του: να επανεκκινήσει τον πόλεμο με το Ιράν, λιγότερο από έναν μήνα αφότου συμφώνησε σε κατάπαυση του πυρός, την οποία ο ίδιος είχε παρουσιάσει ως αναγκαία για να αποτραπεί μια οικονομική κρίση αντίστοιχη με εκείνη της Μεγάλης Ύφεσης.

Την τελευταία εβδομάδα, ο Τραμπ έδωσε εντολή να επαναληφθούν τα πλήγματα εναντίον ιρανικών στρατιωτικών στόχων και κρίσιμων υποδομών, αφού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Μνημόνιο Κατανόησης (MoU), το οποίο είχε υπογράψει στις 17 Ιουνίου στο Ανάκτορο των Βερσαλλιών, είχε πλέον καταρρεύσει και δεν είχε καμία προοπτική εφαρμογής. Το Ιράν απάντησε με επιθέσεις drones και πυραύλων εναντίον συμμάχων των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο. Το Μνημόνιο είχε δεχθεί έντονη κριτική από τη νεοσυντηρητική πτέρυγα των Ρεπουμπλικανών, η οποία το χαρακτήρισε ως υποχώρηση απέναντι στην Τεχεράνη.

Λιγότερο από τέσσερις μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, στις οποίες οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να ανακτήσουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, ο Τραμπ φαίνεται να φλερτάρει με την εκλογική καταστροφή, αναζωπυρώνοντας έναν πόλεμο που ήδη είναι αντιδημοφιλής στους ψηφοφόρους, κυρίως λόγω των πληθωριστικών πιέσεων που προκαλεί στις τιμές των καυσίμων και στο κόστος ζωής.

Όπως μεταφέρει ο Guardian, αναλυτές εκτιμούν ότι η απόφαση του Τραμπ να επαναφέρει τις επιθέσεις κατά του Ιράν ενδέχεται να έχει σημαντικό πολιτικό κόστος για τους Ρεπουμπλικανούς ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Παράλληλα προειδοποιούν ότι η κλιμάκωση της σύγκρουσης αυξάνει τον κίνδυνο μιας χερσαίας εισβολής και ενός νέου μακροχρόνιου πολέμου στη Μέση Ανατολή.

Στον πυρήνα της νέας κλιμάκωσης βρίσκεται ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ, της στρατηγικής σημασίας θαλάσσιας διόδου μέσω της οποίας, πριν από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου, διακινούνταν περίπου το 20% των παγκόσμιων εξαγωγών ενέργειας.

Σήμερα, τα Στενά αποτελούν το σημαντικότερο διαπραγματευτικό χαρτί της Τεχεράνης, καθώς επιχειρεί να αντισταθεί στις πιέσεις για παραχωρήσεις όσον αφορά το πυρηνικό της πρόγραμμα και τη στήριξη οργανώσεων-συμμάχων της, όπως η λιβανέζικη σιιτική Χεζμπολάχ.

Το Μνημόνιο Κατανόησης είχε στόχο να ανοίξει τον δρόμο για μια εκεχειρία διάρκειας 60 ημερών, στη διάρκεια της οποίας θα διεξάγονταν διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Παράλληλα, η Τεχεράνη θα άνοιγε ξανά τα Στενά του Ορμούζ, τα οποία είχε κλείσει ως απάντηση στις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις, προκαλώντας εκτίναξη των διεθνών τιμών του πετρελαίου. Σε αντάλλαγμα θα λάμβανε σημαντική χαλάρωση των κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να εξάγει το πετρέλαιό της στις διεθνείς αγορές, καθώς και της αποδέσμευσης δισεκατομμυρίων δολαρίων από παγωμένα περιουσιακά στοιχεία.

Ωστόσο, τα προβλήματα εμφανίστηκαν μέσα σε λίγες ημέρες.

Το Ιράν επιτέθηκε σε εμπορικά πλοία που ανήκαν σε γειτονικά κράτη του Κόλπου, αφού εκείνα επέλεξαν –με την προστασία του αμερικανικού ναυτικού– να χρησιμοποιήσουν θαλάσσια οδό κοντά στις ακτές του ουδέτερου Ομάν αντί για τις διαδρομές που περνούσαν από τις ιρανικές ακτές, όπου η Τεχεράνη είχε τη δυνατότητα να ελέγχει τη διέλευση και να επιβάλλει τέλη «εξυπηρέτησης», τα οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους χαρακτηρίζουν παράνομα διόδια.

Ορισμένοι αναλυτές απέδωσαν την αναζωπύρωση της κρίσης στους ανεπαρκείς χειρισμούς της αμερικανικής πλευράς κατά τις διαπραγματεύσεις, υποστηρίζοντας ότι αυτοί οδήγησαν σε ασάφειες και διαφορετικές ερμηνείες του Μνημονίου, το οποίο δεν περιλαμβάνει καμία αναφορά στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς.

Διαβάστε ακόμα: Το Ιράν διακόπτει την συμφωνία με τις ΗΠΑ: Αναστέλλει τις δεσμεύσεις του - « Δεν τις εφαρμόζουμε»

Πώς ο χρόνος των διαπραγματεύσεων εξυπηρέτησε και τις δύο πλευρές

Ωστόσο, ο καθηγητής καθηγητής στη Σχολή Προηγμένων Διεθνών Σπουδών του Πανεπιστημίου Johns Hopkins, Βάλι Νασρ, εκτιμά διαφορετικά ότι η κατάρρευση του Μνημονίου ήταν αποτέλεσμα λανθασμένων υπολογισμών και από τις δύο πλευρές.

«Δεν πιστεύω ότι υπήρξε παρεξήγηση. Πιστεύω ότι αυτό ακριβώς σχεδίαζε ο Τραμπ», δήλωσε.

Επικαλέστηκε μάλιστα πρόσφατες δηλώσεις του αντιπροέδρου των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, σύμφωνα με τις οποίες το Μνημόνιο υπογράφηκε ώστε να δοθεί χρόνος στις Ηνωμένες Πολιτείες να αναπληρώσουν τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου, αποδυναμώνοντας έτσι τη διαπραγματευτική θέση του Ιράν και μειώνοντας προσωρινά την πίεση από τις υψηλές τιμές των καυσίμων.

«Το Μνημόνιο ήταν κυρίως μια ανάσα για τον Τραμπ, ώστε να πετύχει αυτό που πραγματικά επιδιώκει: να αποκτήσει τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ ή να τον αφαιρέσει από το Ιράν», δήλωσε ο Νασρ. «Θέλει πρώτα να στερήσει από την Τεχεράνη αυτό το διαπραγματευτικό χαρτί και στη συνέχεια να καθίσει στο τραπέζι των συνομιλιών, ώστε το Ιράν να μην μπορεί να αντισταθεί στις απαιτήσεις του για το πυρηνικό πρόγραμμα ή για οποιοδήποτε άλλο ζήτημα.

«Από την άλλη πλευρά, και το Ιράν πήρε το δικό του ρίσκο, θεωρώντας ότι θα μπορούσε μέσα σε αυτές τις 60 ημέρες να ανακουφίσει την οικονομία του, αυξάνοντας τις εισαγωγές και ενισχύοντας παράλληλα τη θέση του. Η ουσία είναι ότι μπορεί να υπήρξαν λανθασμένοι υπολογισμοί. Όχι όμως παρεξήγηση.

«Ο Τραμπ ίσως υπερεκτίμησε τις στρατιωτικές δυνατότητές του και, όταν διαπιστώσει ότι δεν επαρκούν, θα αναζητήσει μια νέα λύση. Και οι Ιρανοί, όμως, πιθανότατα υπερεκτιμούν το πόσο μπορούν να αντέξουν. Είναι κάτι που καμία από τις δύο πλευρές δεν γνωρίζει με βεβαιότητα.»

Ο κίνδυνος λανθασμένων υπολογισμών ενισχύεται από την απουσία ειδικών για το Ιράν στην κυβέρνηση Τραμπ.

Διαβάστε ακόμα: Μπαμπ ελ Μαντέμπ: Ο «άσσος στο μανίκι» του Ιράν είναι μία στενή λωρίδα θάλασσας των Χούθι

Ο Σουάνσον –ο οποίος έχει δηλώσει ότι απομακρύνθηκε από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ύστερα από επικριτική ανάρτηση της ακροδεξιάς influencer Λόρα Λούμερ– αποδίδει την κατάσταση στον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, τον οποίο κατηγορεί ότι απομάκρυνε από τις θέσεις τους βασικά στελέχη με εξειδίκευση στο Ιράν.

«Με εντυπωσιάζουν οι πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει σχετικά με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων σε αυτόν τον πόλεμο. Ο Ρούμπιο εμφανίζεται να διαφωνεί με τον στόχο της ανατροπής του καθεστώτος, που προωθεί το Ισραήλ στον Τραμπ, αλλά τελικά δεν λέει τίποτα», υποστήριξε ο Σουάνσον, ο οποίος σήμερα εργάζεται στο Atlantic Council. «Στην ουσία έχει αποδυναμώσει πλήρως το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, παραμένει σιωπηλός και στη συνέχεια επιχειρεί παρασκηνιακά να αποποιηθεί τις ευθύνες.»

Αντί να στηριχθεί σε έμπειρους ειδικούς για το Ιράν, ο Τραμπ επέλεξε ξανά τους στενούς και έμπιστους συνεργάτες του στις διαπραγματεύσεις: τον ειδικό απεσταλμένο Στιβ Γουίτκοφ, τον γαμπρό του Τζάρεντ Κούσνερ και, πιο πρόσφατα, τον Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος είχε αντιταχθεί στην αρχική απόφαση για πόλεμο και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διαπραγμάτευση του Μνημονίου.

«Εκεί ακριβώς παρερμήνευσε τον αντίπαλό του», δήλωσε ο Άλεξ Βατάνκα, ανώτερος ερευνητής του Middle East Institute στην Ουάσιγκτον. «Η εξειδικευμένη γνώση θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμη για τον πρόεδρο. Αν είχε ακούσει ανθρώπους που μελετούν επί δεκαετίες το ιρανικό σύστημα, θα του έλεγαν: "Δεν έχεις απέναντί σου επιχειρηματίες της Νέας Υόρκης. Πρόκειται για ανθρώπους με εντελώς διαφορετική νοοτροπία."»

Όπως σημειώνει, ο Τραμπ βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με έναν αντίπαλο διατεθειμένο να υποστεί πολύ μεγαλύτερο κόστος απ' όσο είχε υπολογίσει. «Το Ιράν είναι πρόθυμο να χρησιμοποιήσει το χαρτί των Στενών του Ορμούζ, επειδή έτσι αποκτά τεράστια επιρροή στην παγκόσμια αγορά ενέργειας και μετατρέπει ακόμη και τα πλουσιότερα κράτη του Κόλπου σε ομήρους των εξελίξεων.»

Η διάθεση του Ιράν να αναλάβει τόσο μεγάλο ρίσκο θα μπορούσε να ωθήσει τον Τραμπ να ανεβάσει ακόμη περισσότερο το διακύβευμα, αυξάνοντας τις πιθανότητες μιας περαιτέρω κλιμάκωσης, ακόμη και μιας χερσαίας εισβολής.

Η ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος –στόχος που επιδιώχθηκε ανοιχτά κατά την έναρξη του πολέμου, με τη δολοφονία του ανώτατου ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ και άλλων κορυφαίων αξιωματούχων– φαίνεται προς το παρόν να έχει εγκαταλειφθεί.

Η πολυήμερη κηδεία του Χαμενεΐ, κατά την οποία η σορός του πέρασε από τεράστια πλήθη σε πολλές ιρανικές πόλεις πριν ταφεί στη ιερή πόλη Μασχάντ, θεωρείται ευρέως προσπάθεια του καθεστώτος να αποκαταστήσει την εθνική ενότητα και τη νομιμοποίησή του απέναντι στις εξωτερικές απειλές.

Καθώς το Ιράν εμφανίζεται αποφασισμένο να πλήξει συμμάχους των ΗΠΑ στον Κόλπο, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ αλλά ακόμη και το Ομάν –χώρες που χαρακτηρίζει «συνεργούς» της Ουάσιγκτον– ο Βατάνκα προειδοποιεί ότι η σύγκρουση θα μπορούσε να διαρκέσει πέντε ή ακόμη και δέκα χρόνια.

«Μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες να βομβαρδίζουν επανειλημμένα το Ιράν για εβδομάδες ή και μήνες», είπε. «Όμως, βλέποντας την κατάσταση σήμερα, δεν μπορώ να διακρίνω πώς ο Τραμπ θα μπορούσε να νικήσει στρατιωτικά το καθεστώς, εκτός αν είναι διατεθειμένος να καταλάβει τη χώρα.»

Μια εναλλακτική, χωρίς να φτάσει σε πλήρη εισβολή, θα μπορούσε να είναι η κατάληψη του νησιού Χαργκ, του βασικού κόμβου εξαγωγών ιρανικού αργού πετρελαίου.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον απόστρατο Αμερικανό στρατηγό Τζόζεφ Βότελ, πρώην επικεφαλής της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (CENTCOM), μια τέτοια κίνηση θα είχε περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι οποιαδήποτε βιώσιμη στρατηγική πρέπει να συνδυάζει τη στρατιωτική πίεση με τη διπλωματία, συμπεριλαμβανομένης της στενότερης συνεργασίας με τους συμμάχους των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, τους οποίους ο Τραμπ έχει επανειλημμένα επικρίνει.

«Είναι σημαντικό να επικεντρωθούμε στη μείωση των μέσων πίεσης που διαθέτει το Ιράν», δήλωσε ο Βότελ. «Ορισμένα μπορούν να εξουδετερωθούν μέσω επιθετικών στρατιωτικών επιχειρήσεων, άλλα όμως απαιτούν αμυντικά μέτρα.

«Αυτό που βλέπουμε είναι ένας διαρκής κύκλος αντιποίνων. Εμείς χτυπάμε, εκείνοι απαντούν· εκείνοι χτυπούν, απαντάμε εμείς. Αυτό με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η σύγκρουση πιθανότατα θα διαρκέσει από εβδομάδες έως και μήνες. Θα χρειαστεί μεγάλη στρατηγική υπομονή και το ρίσκο παραμένει εξαιρετικά υψηλό.»
 

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...