Η περίοδος που διανύουμε είναι ομολογουμένως ενδιαφέρουσα. Πολλές επιλογές, κάθε κανάλι έχει τα δικά του δυνατά χαρτιά και σίγουρα πολλές σειρές δεν περνούν αδιάφορες. Όμως το όνομα “Τσαφούλιας” είναι αυτό που πάντα κάνει τον μεγαλύτερο ντόρο. Έτσι, είδαμε το Ριφιφί και η απορία είναι η εξής: ήταν τελικά αυτό που περιμέναμε μετά από τόσο hype;
Η Όλγα (Ευαγγελία Μουμούρη) και ο Μανώλης (Χρήστος Χατζηπαναγιώτης) αποφασίζουν να οργανώσουν τη ληστεία μιας τράπεζας και, για να το πετύχουν, στρατολογούν μια ετερόκλητη ομάδα ανθρώπων που έχουν βιώσει δύσκολες καταστάσεις λόγω του τραπεζικού συστήματος: τον Νίκο (Βασίλης Χαραλαμπόπουλος), που έχασε τη γυναίκα του επειδή η τράπεζα αρνήθηκε να του δώσει δάνειο ώστε να πληρώσει τις θεραπείες της, τον Βάκη (Πάνος Βλάχος), που κινδυνεύει να χάσει το σπίτι του από την τράπεζα, τον Μιχάλη (Προμηθέας Αλειφερόπουλος), γνώριμο των φυλακών, τον Αντώνη και τον Αργύρη (Βλαδίμηρος Κυριακίδης, Δήμος Γιγαντάκης), δύο νεκροθάφτες που παλεύουν να τα βγάλουν πέρα, καθώς και τον Θέμη (Αχιλλέας Ζέρβας), έναν σερβιτόρο. Στόχος τους είναι οι τραπεζικές θυρίδες και το σχέδιό τους προβλέπει τη διάνοιξη ενός τούνελ για να φτάσουν σε αυτές.
Η σειρά του Σωτήρη Τσαφούλια («Έτερος Εγώ», «17 Κλωστές»), σε σενάριο των Βασίλη Ρίσβα και Δήμητρας Σακαλή, αντλεί έμπνευση από το γνωστό σε όλους μας «ριφιφί του αιώνα», τη ληστεία που σημειώθηκε το 1992 σε μεγάλη ελληνική τράπεζα από άγνωστους δράστες. Με δεδομένο ότι η ταυτότητά τους δεν αποκαλύφθηκε ποτέ, το «Ριφιφί» αξιοποιεί μόνο τον βασικό άξονα της ληστείας, πλάθοντας κατά τα άλλα μια πρωτότυπη ιστορία γύρω από φανταστικούς χαρακτήρες.

Ο Σωτήρης Τσαφούλιας φαίνεται να επιδιώκει με το «Ριφιφί» να αφηγηθεί μια ιστορία με σαφές ταξικό πρόσημο για τους ανθρώπους που βρέθηκαν στο περιθώριο: για εκείνους που ένιωσαν ότι το σύστημα τους αδίκησε, ότι η καπιταλιστική μηχανή τους άφησε πίσω με ένα αίσθημα αδικίας. Ως πρόθεση, δεν υπάρχει τίποτα μεμπτό, αφού ναι μεν δεν αποτελεί το πιο πρωτότυπο θεματικό πεδίο, αλλά η ιστορία του σινεμά και της τηλεόρασης έχει αποδείξει πως, με οξυδερκή γραφή και δραματουργική ακρίβεια, ακόμη και τα πιο γνώριμα μοτίβα μπορούν να αποκτήσουν φρεσκάδα και ενδιαφέρον.
Το πρόβλημα με το Ριφιφί του Σωτήρη Τσαφούλια

Το πρόβλημα είναι αλλού και μάλιστα εμφανίζεται από νωρίς. Από τη στιγμή που οι δημιουργοί (κυρίως σε επίπεδο σεναρίου) επιλέγουν να αντιμετωπίσουν όλους τους χαρακτήρες με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, η σειρά φαίνεται να πέφτει συνεχώς σε μια διαρκή λούπα, αναμασώντας τα ίδια και τα ίδια. Οι ήρωες, παρότι υποτίθεται ότι προέρχονται από διαφορετικά κοινωνικά και ψυχολογικά περιβάλλοντα, μοιάζουν να έχουν βγει από το ίδιο καλούπι. Μιλούν με την ίδια φωνή, σκέφτονται με παρόμοια λογική, εκφράζουν όμοια τραύματα. Το αποτέλεσμα είναι μια δραματουργική ομοιομορφία που ακυρώνει την πολυφωνία που θα όφειλε να έχει μια ιστορία για «κατατρεγμένους».
Η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τους σεναριογράφους. Ο Τσαφούλιας δείχνει να κουβαλά ένα δημιουργικό αδιέξοδο που συναντάμε και σε άλλους Έλληνες σκηνοθέτες: μια δυσκολία να αφηγηθεί ιστορίες που ξεφεύγουν από τη δική του κοσμοαντίληψη, να κατοικήσει αληθινά σε χαρακτήρες που δεν αποτελούν παραλλαγές του ίδιου εσωτερικού τύπου. Το ζήτημα αυτό υπήρχε και σε προηγούμενες δουλειές του, όμως εδώ αναδεικνύεται με μεγαλύτερη ένταση, καθώς η ίδια η φύση του heist genre απαιτεί σύγκρουση ιδιοσυγκρασιών και καθαρά διακριτές προσωπικότητες.

Αρκεί να θυμηθεί κανείς ένα κλασικό παράδειγμα του είδους, όπως το Ocean’s Eleven (2001) του Steven Soderbergh. Εκεί, ο χαρακτήρας του George Clooney δεν έχει καμία ουσιαστική ομοιότητα με εκείνον του Brad Pitt, του Matt Damon ή του Don Cheadle. Η ποικιλομορφία αυτή γεννά ένταση, χιούμορ και δραματικό ενδιαφέρον. Στο «Ριφιφί», αντίθετα, είτε μιλά ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος είτε ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος είτε ο Πάνος Βλάχος, η αίσθηση είναι πως ακούμε παραλλαγές της ίδιας φωνής. Και όταν σε μια ιστορία ληστείας όλοι σκέφτονται και μιλούν σαν ένας, η δραματουργία παραμένει επίπεδη.
Πέρα όμως από τη δραματουργική της ομοιομορφία, η σειρά σκοντάφτει και σε ένα ακόμη, βαθύτερο πρόβλημα: στην άκριτη και σχεδόν αυτάρεσκη ηθικολογία της. Οι ήρωες παρουσιάζονται ως άμεμπτοι, σχεδόν αγγελικά πλασμένοι, θύματα ενός απρόσωπου και διεφθαρμένου συστήματος που τους εξώθησε στην παρανομία. Η αφήγηση δεν ενδιαφέρεται να εξερευνήσει γκρίζες ζώνες ή εσωτερικές αντιφάσεις· αντίθετα, σπεύδει να τους δικαιώσει εκ των προτέρων. Και φροντίζει να μας το υπενθυμίζει διαρκώς, μέσα από επαναλαμβανόμενες, κραυγαλέες ατάκες. Όταν η φράση «είμαι εδώ για να γ@μήσω το σύστημα που μας γ@μησε» επαναλαμβάνεται σχεδόν εμμονικά, παύει να λειτουργεί ως έκρηξη οργής και μετατρέπεται σε κάτι το κενό.
Παράλληλα, η ανασύσταση της εποχής είναι προσεγμένη και το τεχνικό κομμάτι αποπνέει επαγγελματισμό. Δυστυχώς, όμως, η αισθητική επιμέλεια δεν αρκεί για να καλύψει τα θεμελιώδη δραματουργικά κενά.

Θα έλεγα, όμως, πάνω από όλα ότι το Ριφιφί είχε μια αποκάλυψη. Το μεγάλο ταλέντο της Ευαγγελίας Μουμούρη, που μπορεί να τη γνωρίσαμε από την τηλεόραση, ως μια κωμική ηθοποιό σε light σειρές, που όμως μας απέδειξε ότι είναι πολλά περισσότερα. Η ενσάρκωση της Όλγας και η απόδοση του πόνου μιας γυναίκας που έχει χάσει το παιδί και τον άντρα της ήταν νομίζω το καλύτερο σημείο της σειράς.
- Νέα στοιχεία για το επεισόδιο στις φυλακές Δομοκού: Τι υποστηρίζουν οι εμπλεκόμενοι για τη δολοφονία ισοβίτη
- Έρχεται τριήμερη απεργία ταξί από την Τρίτη στην Αττική - Τι θα ισχύει στην υπόλοιπη χώρα
- Η σκοτεινή υπόθεση του Αριστείδη Παγκρατίδη – Ποιος ήταν ο «Δράκος του Σέιχ Σου»
- Eurovision 2026: Αποθέωση από το X για τον Akyla - «Η Ελλάδα θα φέρει το βραβείο και δεύτερη φορά»
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.