Μενού
manolis xiotis
YouTube
  • Α-
  • Α+
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του reader.gr στην Google

Λίγες λέξεις στην ελληνική γλώσσα καταφέρνουν να κλείσουν μέσα τους τόσες εικόνες, γεύσεις και νοσταλγία όσες ο «πασατέμπος». Μία λέξη ταυτισμένη με τα θερινά σινεμά, τις κυριακάτικες βόλτες και τα ποδοσφαιρικά γήπεδα, η οποία ωστόσο έμελλε να χαρίσει τον τίτλο της σε ένα από τα σπουδαιότερα και πιο διαχρονικά ελληνικά τραγούδια.

Πώς, όμως, ένας απλός κολοκυθόσπορος μετατράπηκε σε σύμβολο του ανεκπλήρωτου έρωτα και πώς μια μεθυσμένη νύχτα γέννησε το πρώτο μεταπολεμικό δισκογραφικό θαύμα;

 Διαβάστε ακόμα: O πρώτος καταραμένος ροκ σταρ στην Ελλάδα ήταν ρεμπέτης

Η ίδια η λέξη προδίδει την καταγωγή και τη χρήση της. Προέρχεται από το ιταλικό passo (περνάω) και tempo (χρόνος), υποδηλώνοντας ακριβώς το σνακ που καταναλώνεται για να κυλήσει ευχάριστα η ώρα.

Πολύ γρήγορα, η φράση πέρασε στην καθημερινή αργκό, χαρακτηρίζοντας τον άνθρωπο ή την κατάσταση που κάποιος κρατά στη ζωή του επιπόλαια, χωρίς πραγματική δέσμευση, απλώς «για να περνάει η ώρα».

Διαβάστε ακόμα: Ποια ήταν η Φραγκοσυριανή που της έγραψε τραγούδι ο Μάρκος Βαμβακάρης

Η ιδιοφυΐα του Χιώτη και το ιστορικό ορόσημο

Αυτήν ακριβώς τη μεταφορική έννοια «έπιασε» ο Γιώργος Γιαννακόπουλος το 1946, γράφοντας τους στίχους για το θρυλικό τραγούδι. Τη μελοποίηση ανέλαβε ένα νεαρό μουσικό φαινόμενο, ηλικίας μόλις 25 ετών: ο Μανώλης Χιώτης.

Το κομμάτι ερμηνεύτηκε αρχικά από τις σπουδαίες φωνές της Ιωάννας Γεωργακοπούλου και του Στελλάκη Περπινιάδη.

Η ιστορική του σημασία είναι τεράστια, καθώς αποτέλεσε τον πρώτο δίσκο που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, σηματοδοτώντας την πολυπόθητη αναγέννηση της ελληνικής δισκογραφίας μέσα από τα χαλάσματα της εποχής.
 

Διαβάστε ακόμα: Ο άνθρωπος που άναψε τσιγάρο στο εκτελεστικό απόσπασμα και έγινε τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου

Στίχοι: 

Αυτά που λες εγώ τ' ακούω βερεσέ
Τα παραμύθια σου τ' ανθίστηκα πια τώρα
Και το κατάλαβα πως ήμουνα για σε
Ο πασατέμπος σου για να περνάς την ώρα

Κάθε σου φίλημα το βρίσκω πια πικρό
Και τον καημό μου δεν μπορείς να τον γλυκάνεις
Μαζί μου έρχεσαι μπαμπέσικο μικρό
Γιατί γυρεύεις κόνξες σ' άλλονε να κάνεις

Φύγε λοιπόν αφού το θες αλλού να πας
Άσ' τις μουρμούρες και τις κλάψες και τις τρίχες
Κι όταν θα σμίξεις με τον μάγκα π' αγαπάς
Να μην του πεις ότι για πασατέμπο μ' είχες

Διαβάστε ακόμα: «Άρρωστος» Παναθηναϊκός: Ποιος είναι ο «κυρ Αλέκος με το πράσινο γιλέκο» του Ζαμπέτα

Η κρυφή μούσα 

«Και το κατάλαβα πως ήμουνα για σε, ο πασατέμπος σου για να περνάς την ώρα».

Ποια ήταν όμως η γυναίκα που ενέπνευσε αυτούς τους γεμάτους παράπονο στίχους; Η αλήθεια ήρθε στο φως χρόνια αργότερα, χάρη στον ερευνητή του ρεμπέτικου Κώστα Χατζηδουλή. Ψάχνοντας, ανακάλυψε τυχαία μια παλιά συνέντευξη του Γιαννακόπουλου στο περιοδικό «Εδώ Αθήναι» (1948).

Εκεί, εξομολογήθηκε με αφοπλιστική ειλικρίνεια το «μάγκικο παραστράτημά» του.

Ένα βράδυ, βαθιά πληγωμένος από τη συμπεριφορά της αγαπημένης του, θολωμένος από το κρασί και παρασυρμένος από μια παρέα που τραγουδούσε ζεϊμπέκικα και χασάπικα, βίωσε έναν δημιουργικό «διχασμό του εγώ».

Έγινε, όπως δήλωσε, ένας άλλος άνθρωπος και άρχισε να γράφει το εμβληματικό ρεμπέτικο.

Η μούσα του ονομαζόταν Μαρίνα Σμυρνάκη. Μετά την τεράστια επιτυχία του κομματιού, φίλοι και γνωστοί την αποκαλούσαν περιπαικτικά «Πασατέμπο».

Ευτυχώς για εκείνη, ο ερωτευμένος Γιαννακόπουλος δεν έμεινε στην πικρία, τής έγραψε αργότερα τα ρομαντικά τραγούδια «Σ’ αγαπώ παράξενα» και «Γι’ αγάπη», εξιλεώνοντας τόσο την ίδια όσο και τη δική του μεθυσμένη έμπνευση που χάρισε στο ελληνικό πεντάγραμμο ένα αξεπέραστο αριστούργημα.

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...